Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ



Τα γενέθλιά του έχει σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.Βαρθολομαίος . Ο Παναγιώτατος γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1940 και η επέτειος των γενεθλίων του παρέχει την ευκαιρία στα ανά την οικουμένη πνευματικά του παιδιά να του ευχηθούν    " ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΕΠ ΑΓΑΘΩ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ,ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΗΜΩΝ ΓΕΝΟΥΣ"
Ο Ίδιος ο Πατριάρχης για την επέτειο αυτή λέει :

" Η των γενεθλίων ημών ημέρα στρέφει τόν νούν και την καρδίαν ημών εν απείρω ευγνωμοσύνη καί ασιγάστω δοξολογία πρός τον δοτήρα της ζωής Κύριον,τον αξιώσαντα ημάς ελθείν εις τόν κόσμον της πανσόφου Αυτού δημιουργίας,αλλά καί εισελθείν εν τη Αγία Αυτού Εκκλησία και ιδείν το φώς της σωτηρίου αληθείας.Τούτον από βρέφους ηγαπήσαμεν,εις την Αυτού ιεράν κλήσιν πρός διακονίαν ολοψήχως υπετάγημεν,εις το Αυτού άμετρον έλεος παρεδόθημεν καί άχρι του νύν εν ταίς δωρεαίς της ακενώτου Αυτού αγάπης ζώμεν.
Τόν χρόνον της ζωής ημών,τόν τε παρελθόντα,τόν τε παρόντα καί τον μέλλοντα,θεωρούμεν έχοντα αξίαν μόνον όταν εκδαπανάται διά την δόξαν Αυτού.Διό και η γενέθλιος ημών ημέρα αποτελεί δια την ημετέραν Μετριότητα αυτονόητον καί όλως ιδιαζούσης σημασίας αφορμήν,ίνα πάλιν και πολλάκις δοξολογήσωμεν το πανάγιον και υπερύμνητον όνομα Αυτού..." 
Εμείς ταπεινά ευχόμεθα έτη πολλά επ αγαθώ Μητρός Εκκλησίας,Οικουμενικής Ορθοδοξίας και ευσεβούς ημών Γενους! 



Ο Πολυχρονισμός εις Οικουμενικόν Πατριάρχην του Ιερέως Μπαλασίου είναι ένα δεκαπεντασύλλαβο ποίημα, μελισμένο στον τύπο του καλοφωνικού στιχηρού, με την παρεμβολή κρατήματος πριν από τον τελευταίο στίχο. 
Το κείμενο του Πολυχρονισμού έχει ως εξής: 
"Λόγε Πατρός και συμφυές Πνεύμα, ταυτότης μία, άναρχε φύσις, άτμητε διαιρετή προσώποις, συνεκτική του σύμπαντος Τριάς ενικωτάτη, σκέπε και φρούρει, φύλαττε της Κωνσταντινουπόλεως σοφόν Παναγιώτατον και μέγαν Πατριάρχην τον Οικουμενικόν, φημί, αυθέντην και δεσπότην Κύριον, Κύριον Βαρθολομαίον, όσιον ποιμενάρχην, εις μήκος μέγα της ζωής μετά λαμπράς ειρήνης. Συν τούτω διαφύλαττε τους πανιερωτάτους αρχιερείς, υπερτίμους και ελλογιμωτάτους, ευγενεστάτους άρχοντας μετά παντός του κλήρου, πρεσβείαις της πανάγνου τε και πάντων των Αγίων. " 


 Ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαῖος, ἐγεννήθη ἐν Ἴμβρῳ τὴν 29ην Φεβρουαρίου 1940 ἐκ τῶν Χρήστου καὶ Μερόπης Ἀρχοντώνη. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα αὐτοῦ ἧτο Δημήτριος. Μετὰ τὰ ἐγκύκλια μαθήματα ἐν τῇ γενετείρᾳ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ Ζωγραφείῳ Λυκείῳ τῆς Πόλεως εἰσῆλθεν εἰς τὴν περιώνυμον Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἐξ ἧς ἀπεφοίτησεν ἀριστοῦχος τὸ 1961 καὶ ἀμέσως ἐχειροτονήθη διάκονος, μετονομασθεὶς εἰς Βαρθολομαῖον. Ἀπὸ τοῦ 1961 μέχρι τοῦ 1963 ἐξεπλήρωσε τάς στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός.
     Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1963-1968 μετεξεπαιδεύθη ὡς ὑπότροφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ Ἀνατολικῶν Σπουδῶν Ῥώμης, ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Ἰνστιτούτω Bossey Ἐλβετίας καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Μοναχοῦ, εἰδικευθεὶς εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον. Ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ ἐν Ῥώμῃ Ἰνστιτούτου (Γρηγοριανὸν Πανεπιστήμιον), ὑποβαλών διατριβὴν μὲ θέμα «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».
     Ἐπιστρέψας τὸ 1968 εἰς τὴν Πόλιν διωρίσθη Βοηθὸς Σχολάρχης ἐν τῇ Ἱερᾷ Θεολογικῇ Σχολῇ Χάλκης, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος. Μετὰ ἐξάμηνόν που ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐχειροθέτησεν αὐτὸν εἰς τὸ ὀφφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.
     Τὸ 1972, ὅταν ἐξελέγη Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἀοίδιμος Δημήτριος καὶ ἵδρυσε τὸ Ἰδιαίτερον Πατριαρχικὸν Γραφεῖον, ἐκάλεσεν ὡς Διευθυντὴν αὐτοῦ τὸν Ἀρχιμανδρίτην Βαρθολομαῖον, τὸν ὁποῖον καὶ προήγαγε τὸ ἑπόμενον ἔτος (Χριστούγεννα 1973) εἰς Μητροπολίτην Φιλαδελφείας. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Γραφείου τούτου ἔμεινε μέχρι τῆς προαγωγῆς του εἰς Μητροπολίτην Γέροντα Χαλκηδόνος (Ἰανουάριος 1990). 

     Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1974 καὶ μέχρι τῆς ἀναρρήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον διετέλεσε μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς ἐπίσης καὶ πολλῶν Συνοδικὼν Ἐπιτροπῶν.
     Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Γέροντος αὐτοῦ Μητροπολίτου Μελίτωνος ἐξελέγη παμψηφεὶ εἰς διαδοχὴν αὐτοῦ Μητροπολίτης Χαλκηδόνος.
     Ὁμιλεῖ πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τὴν Τουρκικήν, τὴν Λατινικήν, τὴν Ἰταλικήν, τὴν Ἀγγλικήν, τὴν Γαλλικὴν καὶ τὴν Γερμανικήν. Ἐδημοσίευσεν ἀρκετὰ ἄρθρα, μελέτας καὶ λόγους.
     Εἶναι ἰδρυτικὸν μέλος τῆς «Ἑταιρείας τοῦ Δικαίου τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν», τῆς ὁποίας ἐπὶ ἔτη διετέλεσεν Ἀντιπρόεδρος. Ἐπὶ 15ετίαν ὑπῆρξε μέλος καὶ ἐπὶ ὀκταετίαν Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ). Ἔλαβε μέρος εἰς τάς Γενικὰς Συνελεύσεις τοῦ ΠΣΕ Δ΄ (Uppsala 1968), ΣΤ΄ (Vancouver 1983) καὶ Ζ΄ (Canberra 1991). Ὑπὸ τῆς τελευταίας ἐξελέγη μέλος τῶν Ἐπιτροπῶν Κεντρικὴς καὶ Ἐκτελεστικῆς τοῦ ΠΣΕ.
     Ἀντιπροσώπευσε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς πλεῖστα Συνέδρια Διορθόδοξα καὶ Διαχριστιανικά, εἰς ἐπισήμους ἀποστολὰς πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, πρὸς Ὀρθοδόξους καὶ μὴ Ἐκκλησίας, πρὸς Ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου καὶ πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1990 προήδρευσεν ἐν Γενεύη τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευατικῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήτασε τὸ θέμα τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς.
     Κατόπιν προσκλήσεως ἔδωκε κατὰ καιροὺς διαλέξεις εἰς διαφόρους πόλεις ἐπὶ θεμάτων ἐπικαίρων ἢ σχετιζομένων πρὸς τὴν εἰδικότητα αὐτοῦ (Ἀθῆναι, Θεσσαλονίκη, Λουβαίν, Μαδρίτη, Βιέννη, Ῥώμη κ.ἄ.).
     Εἶναι Ἑταῖρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης καὶ ἐπίτιμον μέλος τοῦ ἐν Βιέννη Ἱδρύματος Pro Oriente. Εἶναι ἐπίσης ἐπίτιμος Διδάκτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης, τοῦ City University τοῦ Λονδίνου, τοῦ τμήματος Περιβάλλοντος τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου (Λέσβος), τοῦ Καθολικοῦ Πανεπιστημίου Leuven Βελγίου, τοῦ Ὀρθοδόξου Θεολογικοῦ Ἰνστιτούτου Ἁγίου Σεργίου Παρισίων, τῆς Σχολῆς Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου Aix-en-Provence (Γαλλία), τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Ἐδιμβούργου, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκη Θεολογικοῦ Ἰνστιτούτου Ἁγίου Βλαδιμήρου, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἰασίου, πέντε τμημάτων τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τῶν ἐν Ἀμερικὴ Πανεπιστημίων Georgetown, Tuft, Southern Methodist, τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Ξανθῆς, τοῦ Πανεπιστημίου Yale, τοῦ Τμήματος Ἱστορίας - Ἀρχαιολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, κ.ἄ. 

Η Οικογένεια Αεχοντώνη στην Ιμβρο

















Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑ ΙΕΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΠΛΑΝΑ Υπό του φοιτητού της Θεολογίας Κωνσταντίνου Ματθαιάκη, μ.τ. Μητροπολίτου Παραμυθίας ΤΙΤΟΥ Α΄.



ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑ ΙΕΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΠΛΑΝΑ
Υπό του φοιτητού της Θεολογίας Κωνσταντίνου Ματθαιάκη, μ.τ. Μητροπολίτου Παραμυθίας ΤΙΤΟΥ Α΄.( Αγιος Ιωάννης οδού Βουλιαγμένης  Μάρτιος 1932 )

"Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι και εν Κυρίω ο μισθός αυτών και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω.Διά τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρέπειας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου,ότι τη δεξιά σκεπάσει αυτούς και τω βραχίων υπερασπιεί αυτών"(Σοφ.Σολομ.5,15-16).
 Οι θεόπνευστοι ούτοι λόγοι της Σοφίας Σολομώντος ευρίσκουσι πλήρη την εφαρμογήν αυτών επί του δικαίου τούτου και ευσεβούς Πατρός της Εκκλησίας ημών,ιερέως Νικολάου Πλανά,ούτινος το σεπτόν σκήνωμα αποθέτομεν εις τον παρόντα τάφον,πλησίον του ιερού Θυσιαστηρίου του ναού αυτού,εν τω οποίω ελάτρευσε τον Θεόν πιστώς και ευσυνειδήτως καθ΄όλην την μακράν ιερατικήν αυτού διακονίαν.
Διά τε των πολλών αυτού αρετών και της θεαρέστου αυτού εν τω αμπελώνι του Κυρίου εργασίας,κατέστησεν την εαυτού ψυχήν,ευάρεστον Αυτώ,δικαιούμενος ενώπιον του ουρανίου του Θεού θυσιαστηρίου της θείας μακαριότητος της Βασιλείας Αυτού και στεφανούμενος με το απαραμίλλου κάλλους διάδημα,ένεκα των αγαθών έργων,άτινα εν τω κόσμω τούτω ειργάσατο.
Με βαθύν πόνον περιστοιχίζομεν το σεπτόν αυτού σκήνωμα τα πνευματικά αυτού τέκνα,οι προσφιλείς του ενορίται,οι ευσεβείς και πισταί αυτού μαθήτριαι,οι σωθέντες δι αυτού.Ολόκληρος η πόλις των Αθηνών και τα περίχωρα αυτής θρηνούν τον αποχωρισμόν του,διότι ήτο γνωστός τοις πάσιν και άγιος πράγματι Πατήρ της Εκκλησίας ημών.
Ετίμησεν την Εκκλησίαν όσον ολίγοι,διεκρίθη τοσούτον εν αυτή,ούτως ώστε απέκτησε φήμην αγαθήν τιμώμενος παρά πάντων ανεξαιρέτως,ως άγιος άνθρωπος,δια τε την ενάρετον αυτού πολιτείαν,την βαθείαν προς τον Θεόν πίστιν και αφοσίωσιν,τα καλά έργα,τα οποία εποίησεν,ως Ποιμήν ο Καλός του αμπελώνος Χριστού.Αυτού το πρότυπον έχων εν νώ,ηκολούθησε πιστώς τα παραγγέλματά του,μηδόλως παρεκκλίνας των Θείων Αυτού εντολών.Διό ως Πνευματικός Πατήρ έσωσε χιλιάδας ψυχών,οδηγήσας αυτάς πρός την αλήθειαν και το φώς του Σωτήρος Χριστού.
Υπήρξεν αληθώς πρότυπον ευσεβείας και αγιότητος,τελειοποιηθείς εν πάσαις ταις χριστιανικαίς αρεταίς.΄Ακακος και πράος,εξέπληττε πάντας η άκρα αυτού αγαθότης.Εφέρετο ως μικρόν παιδίον,με μειλιχιότητα και προσήνειαν,βαθείαν ταπείνωσιν και απέραντον αγάπην και συμπάθειαν.Πρός τους αμαρτήσαντας ιδία εξεδηλούτο περισσότερον η καλωσύνη του.Με αυτήν προσείλκυε τους βαρέως αμαρτήσαντας εις μετάνοιαν.Ουδέποτε εφείσθη κόπων προκειμένου ν΄αναγεννήση και σώση ψυχάς.
Η αφιλοχρηματία του θα παραμείνη μνημειώδης.Η ελεημοσύνη του,η πολλή του ευσπλαχνία πρός τους πάσχοντας και τους πτωχούς ήτο λίαν παραδειγματική.Πρίν εισέλθη εις τας τάξεις του ιερού Κλήρου διένειμε τα αγαθά της περιουσίας του μεριδίου αυτού εις τους πτωχούς.
Ηγάπησε κατ΄εξοχήν τα σκηνώματα του Κυρίου,αναδειχθείς ως άριστος λειτιυργός της Εκκλησίας,μύστης της Χάριτος του Θεού.Τον βίον αυτού διήνυσεν εν μακρά προσευχή.Δι αυτής κατώρθωνε να διδάσκη και να σώζη ψυχάς,να φρονιματίζη και νουθετή,να εμπνέη και εξαυλώνη πιστούς,να συνεγείρη τους ανθρώπους εις την αληθινήν πνευματικήν λατρείαν του Θεού.Ημέραν και νύκτα προσηύχετο,τελών διαρκή άσκησιν και εγρήγορσιν.'Αλλοτε με τας παρατεταμένας και κατανυκτικάς αυτού λειτουργίας και άλλοτε με τας ιεράς παννυχίδας ηρέσκετο η ψυχή αυτού να λατρεύη τον Θεόν.Οι πάντες συνέρρεον πτος τον καλοκάγαθον τούτον Πατέρα,ίνα αποθέσουσιν το βάρος των ψυχών αυτών,να ζητήσουν δι αυτού το έλεος και την βοήθειαν του Θεού.Και τα μικρά παιδία ησθάνοντο την πολλήν του χάριν,τον έβλεπον ως επίγειον ΄Αγγελον.
Αι πτοσευχαί του εισακουόντο,είχεν πολλήν ενώπιον Θεού παρρησίαν.Εις τους κοπιώντας και πεφορτισμένους της παρούσης ζωής ήτο βακτηρία,εις τους παραπεσόντας τη αμαρτία η ανάνηψις,εις τους ασθενούντας η ανακούφισις και ιάσις,εις τους ενδεείς η συναντίληψις,εις τεθλιμμένους η παρηγορία και ενθάρρυνσις,εις τους προσευχομένους αληθής μεσίτης της χάριτος του Θεού.
Η όλη του παρουσία,η βιβλική αγία μορφή του,το σεμνόν του παράστημα,το βαδισμά του,οι λόγοι και οι τρόποι του,η λιτότης και η πολλή του εγκράτεια,η διαρκής αυτού άσκησις και νηστεία ενεπίουν βαθείαν εις πάντας εντύπωσιν,οίτινες εξεδήλωνον παντοιοτρόπως προς αυτόν τον βαθύτατον αυτών σεβασμόν,τιμήν και ευλάβειαν.Τα θαυμάσια έργα της Χάριτος του Θεού,άτινα εποίει πρός δόξαν Θεού κατέστησαν αυτόν επιφανή Πατέρα εν τη στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία.
Πολυσέβαστέ μοι Πνευματικέ Πάτερ,
Ιδού ημείς τα πνευματικά σου τέκνα αποθέτομεν μετ΄ευλαβείας πολλής το σεπτόν σκήνωμά σου επι τον τάφον,εν ω συνάμα σε παρακαλούμεν,μη παύσης δεόμενος υπέρ πάντων ημών τω Αγίω Θεώ.Με το βαθύ συναίσθημα της προς σε ευγνωμοσύνης μας,υποσχόμεθα να διαφυλάξωμεν εις τα μύχια της καρδίας μας όλα όσα η αγία και ευσεβής ψυχή σου εδίδαξεν ημας.Θα τηρήσωμεν τας σοφάς πατρικάς σου υποθήκας,υπέρ παν δε άλλο το εξαίρετον παράδειγμα της εναρέτου πολιτείας σου,της ακραδάντου πίστεως και ευσεβείας σου,δι ων εδικαιώθης παρά του Θεού και κατέστη μακαριστή η ψυχή σου.Εύχου και υπέρ ημών,των ταπεινών δούλων του Θεού ν΄αξιωθώμεν της επουρανίου βασιλείας.
Η μνήμη σου θα παραμείνη αιωνία."   

ΕΠΙΤΡΑΧΗΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΑΝΑ









ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ Μ.ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Λόγος Κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής
25 Φεβρουαρίου 2014
Ἀριθμ. Πρωτ. 138 



ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ                              ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

                                                 + Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

                                                             ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ

                   ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ 
                                         ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

                 ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
                   ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
                             ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

«Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας»·
(Β’ Κορ. 6, 2-3)
 Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, μᾶς συνιστᾷ αὐτήν τήν περίοδον νά στρέψωμεν τό ἐνδιαφέρον μας πρός τήν ἀληθινήν μετάνοιαν, «τό χωνευτήριον τῆς ἁμαρτίας», κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον. Ἡ μετάνοια εἶναι τό πρῶτον θέμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.  Εἶναι τό καθημερινόν προσκλητήριον τῆς Ἐκκλησίας πρός ὅλους μας.
Παρά ταῦτα, πολλοί τῶν χριστιανῶν δέν ἔχομεν βιώσει πραγματικῶς τήν μετάνοιαν. Ἐνίοτε δέ θεωροῦμεν αὐτήν ὡς μή ἀφορῶσαν εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, διότι δέν ἐρχόμεθα εἰς ἑαυτούς, δέν συνερχόμεθα καί δέν συναισθανόμεθα ὅτι ἔχομεν ὑποπέσει εἰς ποιάν τινα ἁμαρτίαν. Ἀλλ᾿ ὡς διδάσκει ὁ ἔμπειρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος καί δογματίζουν ἐμπειρικῶς οἱ πλεῖστοι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, «ἡ μετάνοια εἶναι ἀπαραίτητος καί εἰς τούς τελείους». Καί τοῦτο διότι μετάνοια δέν εἶναι μόνον ἡ μεταμέλεια διά τάς ἁμαρτίας μας καί ἡ συνακόλουθος ἀπόφασις νά μή ἐπαναλάβωμεν αὐτάς ἀλλά καί ἡ ἀλλαγή τῶν ἀντιλήψεών μας πρός τό ἀγαθώτερον, ὥστε νά ἐπέρχεται μία διαρκής βελτίωσις τῶν ἀντιλήψεών μας περί τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου, αὔξησις τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως, τῆς καθάρσεως καί τῆς εἰρήνης.
Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν ἡ μετάνοια εἶναι πορεία ἀτελεύτητος πρός τήν τελειότητα τοῦ Θεοῦ, πρός τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά τείνωμεν καί νά κινούμεθα συνεχῶς. Ἐπειδή δέ ἡ τελειότης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρος, ἡ πορεία μας πρός τό καθ᾿  ὁμοίωσιν αὐτῆς εἶναι ἐπίσης ἄπειρος καί ἀτελεύτητος. Πάντοτε ὑπάρχει ἐπίπεδον τελειότητος ἀνώτερον ἐκείνου εἰς τό ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἑκάστοτε καί διά τοῦτο πάντοτε πρέπει νά ἐπιζητοῦμεν τήν πρόοδόν μας τήν πνευματικήν καί τήν μεταμόρφωσίν μας, ὡς προτρέπει καί ὁ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ἀναβάς καί θεασάμενος μυστήρια ἄρρητα Ἀπόστολος Παῦλος, γράφων: «Ἡμεῖς δέ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τήν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τήν αὐτήν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπό δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπό Κυρίου Πνεύματος». (Β’ Κορ. 3, 18).
Ὅσον καθαίρεται ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, ὅσον περισσότερον καθαρίζεται ὁ πνευματικός ὀφθαλμός μας, τόσον καθαρώτερον βλέπομεν τόν ἑαυτόν μας καί τά πάντα καί αὐτή ἡ ἀλλαγή, αὐτή ἡ βελτίωσις τῆς θεάσεως τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου καί τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας, συνιστᾷ μετάνοιαν, μίαν δηλονότι νεωτέραν καί βελτιωμένην κατάστασιν τοῦ πνεύματός μας, ἐκείνης εἰς τήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα μέχρι τοῦδε. Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ βασική προϋπόθεσις τῆς πνευματικῆς προόδου καί τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ καθ᾿  ὁμοίωσιν πρός τόν Θεόν τῆς ὑπάρξεώς μας.
 Ἡ μετάνοια, βεβαίως, διά νά εἶναι πραγματική, πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό ἀναλόγους καρπούς, ἰδίᾳ δέ ἀπό τήν συγχώρησιν τῶν συνανθρώπων μας καί τήν πρός αὐτούς ἀγαθοεργίαν. Ἡ ἐξ ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπον κίνησις τῆς καρδίας μας πρός τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ καί τήν κατά τό ἐφικτόν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν του, ἀποτελεῖ βασικόν στοιχεῖον τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας. Ἡ ὁδός, ἄλλωστε, τῆς μετανοίας εἶναι ἁμαρτημάτων κατάγνωσις καί ἐξομολόγησις αὐτῶν, τό μή μνησικακεῖν, εὐχή ζέουσα καί ἀκριβής, ἐλεημοσύνη, ταπείνωσις, ἀγάπη πρός πάντας, νίκη τοῦ καλοῦ ἐπί τοῦ κακοῦ, ἀποφυγή κενοδοξίας καί ματαίας ἐπάρσεως, μαραινομένης αὐστοστιγμεί.
Τήν ἐντός τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς πάλην τῆς μετανοίας ἀποκαλύπτει «τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου τό διάφορον….» καί καλεῖ ἡμᾶς πάντας νά «μισήσωμεν τοῦ μέν τήν ὑπερήφανον φωνήν, τοῦ δέ νά ζηλώσωμεν τήν εὐκατάνυκτον εὐχήν», προσευχόμενοι ἐκτενῶς μετά δακρύων «ὁ Θεός ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς καί ἐλέησον ἡμᾶς».
 Ἡ ἀρχομένη περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προσφέρεται, ἐν μέσῳ τῆς ἐκτεταμένης ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου οἰκονομικῆς κρίσεως, διά τήν ἐκδήλωσιν τῆς ὑλικῆς καί πνευματικῆς βοηθείας μας πρός τόν συνάνθρωπον. Οὕτως ἐνεργοῦντες φιλανθρώπως καί ἐκδηλώνοντες ἐμπράκτως τήν μεταστροφήν μας, ἀπό τήν μέχρι τοῦδε ἀτομικιστικήν ἀντιμετώπισιν φαρισαϊκῶς τῆς ζωῆς πρός μίαν συλλογικήν καί ἀλτρουϊστικήν τελωνικήν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς, θά ἔχωμεν πραγματοποιήσει μεγάλην καί ὠφελιμωτάτην μετάνοιαν καί ἀλλαγήν τοῦ τρόπου τῆς ἀτομοκεντρικῆς ἀντιλήψεως καί θά ἔχωμεν βιώσει τήν μετάνοιαν ὡς πρός μίαν κεφαλαιώδη καί ἐσφαλμένην στάσιν ζωῆς διά τῆς μεταβάσεως ἀπό τήν ἀμαρτίαν τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τῆς κενοδοξίας εἰς τήν ἀρετήν τῆς φιλαλληλίας, «ζηλοῦντες τοῦ τελώνου καλῶς τήν ἠλεημένην ταπείνωσιν καί γνώμην».
Ἀπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ κήρυκος καί ἐμπειρικοῦ διδασκάλου τῆς μετανοίας, εἰσερχόμενοι εἰς τήν σωτηριώδη ταύτην περίοδον τῆς καθάρσεως καρδίας καί πνεύματος, ἵνα ὑποδεχθῶμεν τό Πάθος, τόν Σταυρόν, τήν Ταφήν καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, οὐχί συμβόλοις καί λόγοις μόνον, ἀλλά ἐμπράκτως καί βιωματικῶς, μετ᾿ αὐτοῦ διαχρονικῶς προτρεπόμεθα καί παρακαλοῦμεν καί ἱκετεύομεν καί ἡμεῖς ὁ ἐν τοῖς διαδόχοις αὐτοῦ ἐλάχιστος: «τῆς μετανοίας ἐστί, τό καινούς γενομένους, εἶτα παλαιωθέντας ὑπό τῶν ἁμαρτημάτων, ἀπαλλάξαι τῆς παλαιότητος καί καινούς ἐργάσασθαι…ἐκεῖ γάρ τό ὅλον ἡ Χάρις ἦν».
Ἰδού, λοιπόν, ἀδελφοί καί τέκνα, ἠνέωκται ἐνώπιον ἡμῶν καιρός εὐπρόσδεκτος «τοῦ λυπεῖσθαι» καί  στάδιον ἀνανήψεως καί ἀσκήσεως ἵνα, «πρίν ἤ διαλυθῆναι τό θέατρον φροντίσωμεν τῆς ἡμῶν σωτηρίας», ἐν ἀληθεῖ καί βιωματικῇ καρδιακῇ μετανοίᾳ ἐφ᾿ οἷς «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν…οὐδέ συνετηρήσαμεν, οὐδέ ἐποιήσαμεν, καθώς ἐνετείλατο» ἡμῖν ὁ Κύριος, ἵνα «φείσηται ἡμῶν ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν» Χριστός ὁ Θεός, κατά τό μέγα Αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστον Ἔλεος, Οὗ ἡ σωτήριος Χάρις εἴη μετά πάντων.
Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιδ´

                                + Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμων  






Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: ΘΕΟΦΙΛΟΣ :"ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΕΦΤΑΙΓΕ Ο..ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ"!!!!!



Με αφορμή την νέα δυναμική παρέμβαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλαβρύτων  κ. Αμβροσίου στο θέμα του αυθαίρετου και παράνομου εγκλεισμού του Πατριάρχη κ.Ειρηναίου  μάσα στο κελί του εντός του κτιριακού συγκροτήματος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων,με  εντολή του κ.Θεόφιλου και ένοχη ανοχή και κάλυψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως ,αποκαλύπτουμε σήμερα ένα τρισμέγιστο ακόμα ΨΕΜΑ που χωρίς αιδώ χρησιμοποίησαν ορισμένοι Ιεροσολυμίτες ,με πρώτο και καλύτερο  τον κ.Θεόφιλο,προκειμένου να πετύχουν του ανίερου στόχου τους και να ανατρέψουν τον Πατριάρχη και Πατέρα τους. 
Στις 7 Μαΐου του 2005 ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.Βαρθολομαίος , με την σύμφωνο γνώμη του Πατριάρχου κ.Ειρηναίου και ύστερα από ασφυκτικές πιέσεις της τότε Ελληνικής Κυβερνήσεως,έστειλε στα Ιεροσόλυμα μια τριμελή επιτροπή που την αποτελούσαν οι Μητροπολίτες Φιλαδελφείας κ.Μελίτων,Κυδωνίας ( νυν Κρήτης ) κ. Ειρηναίος και ο τότε Ηγούμενος της Μονής Ιβήρων κ.Βασίλειος Γοντικάκης, προκειμένου να "διερευνήσουν την εκεί επικρατούσα κατάσταση" μετά την "αποκήρυξη" του Πατριάρχου κ.Ειρηναίου από μερίδα Αγιοταφιτών..( Αυτή ήταν η εκκλησιαστική εντολή της Επιτροπής ,υπήρξε όμως και πολιτική παρέμβαση-εντολή από τον τότε Υφυπουργό Εξωτερικών Παναγιώτη Σκανδαλάκη που ήταν "η με κάθε τρόπο λήψη της παραιτήσεως του κ.Ειρηναίου",όπως η ίδια η επιτροπή ομολογεί στην έκθεση που συνέταξε και υπέβαλε στον Οικουμενικό Πατριάρχη.) Από την έκθεση αυτή λοιπόν μαθαίνουμε οτι αιτία για όλα τα "κακά" στα Ιεροσόλυμα ήταν ο .....Αρχιεπίσκοπος Αθηνών μακαριστός Χριστόδουλος!!!!!!!!!
Ναι καλά διαβάσατε για όλα έφταιγε η "συνεργασία του Πατριάρχη Ειρηναίου με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που "ήθελε" ,ο Χριστόδουλος," να αλώσει το Πατριαρχείο" για να μπορεί να πολεμά τον Οικουμενικό Πατριάρχη!!!!  Στην σελίδα 15 παρ.32 της εκθέσεως διαβάζουμε :"..Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός υπήρξεν ο Μητροπολίτης Θαβωρίου ( Θεόφιλος),ο οποίος μετά ταπεινότητος και λίαν πνευματικώς εξέθεσε την κατάστασιν του Πατριαρχείου και το αδύνατον της συνεργασίας μετά του Πατριάρχου Ιεροσολύμων,αδυνατούντος πλέον να ενώσει την Αγιοταφιτικήν Αδελφότητα και πολλά τα ουχί καλά ενεργήσαντος κατά του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων,ενεργείας εις τάς οποίας τόν ωδήγησεν κυρίως η μέχρι εκείνης της στιγμής συνεχιζομένη, ως είπεν,συνεργασία  αυτού μετά του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστοδούλου..." !!!!!!!!! 
 Δεν θα σχολιάσουμε τίποτα ,δεν χρειάζεται άλλωστε, ο μακαριστός Χριστόδουλος πέρασε στις καρδιές των Ελλήνων σαν Ηγέτης που ποτέ δεν θα ενεργούσε σε βάρος του Έθνους του Ελληνικού .Παραδίνουμε λοιπόν τις ψευδολογίες  στην κρίση του Ελληνικού Λαού για να βγάλει τα συμπεράσματα του .Όσο για τους ψευδολόγους ας τους χαίρονται αυτοί που τους στήριξαν και τους στηρίζουν με πρώτο τον Κώστα Καραμανλή που έχυνε κροκοδείλια δάκρυα στην ασθένεια και τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου  Χριστοδούλου ('όπως "έκλαιγε" και ο Θεόφιλος),  και τον Αντώνη Σαμαρά που  ανέχεται αυτή την απάνθρωπη συμπεριφορά απέναντι σε ένα Πατριάρχη . 
π.Τιμόθεος Ηλιάκης  
Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ κ.ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ 







ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ  
..  Το δεύτερο αίτιο της αποτυχίας της Συνάξεως είναι το ΜΕΓΑΛΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΒΑΡΥΝΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟΥΣ, ήτοι η αδιαφορία των και η σιωπή των για Τον σιδερόφρακτα φυλακισμένο και σε πλήρη απομόνωση  τηρούμενο και  φρουρούμενο    πρώην  Πατριάρχη των Ιεροσολύμων κ. Ειρηναίο!
____________Κατά την ταπεινή μας γνώμη, η προσεχής Σύναξη των Προκαθημένων της Ορθοδοξίας δεν πρόκειται να επιτύχει και για τον πρόσθετο τούτο λόγο, διότι δεν θα έχει την ευλογία του Θεού! Οι εκασταχού Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι είναι συνένοχοι σε ένα απάνθρωπο έγκλημα, το οποίον συντελείται στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων: Εθελοτυφλούν και σιωπούν μπροστά σε μια απάνθρωπη συμπεριφορά, σε μια αχαρακτήριστη αδικία, σε μια πρωτοφανή σκληρότητα εκκλησιαστικών προσώπων, την οποίαν –δυστυχώς- έχει επικυρώσει ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίος!
           Με τη σιωπή τους έχουν ήδη καταστή συνυπεύθυνοι και συνένοχοι στο έγκλημα των Ιεροσολύμων! Πως λοιπόν το Πανάγιον Πνεύμα να επισκιάσει με την Χάρη Του σε μία Σύνοδο, η οποία κλείνει τα μάτια της σέ ένα απάνθρωπο έγκλημα;   Εκεί κάτω στα Ιεροσόλυμα, παρά τα  ψέμματα, που κυκλοφορούν από την πλευρά της σημερινής Διοικήσεως του παλαιφάτου τούτου Πατριαρχείου,  ο Πατριάρχης κ. Ειρηναίος επί έξη τώρα χρόνια (από τον Φεβρουάριο του 2008)  ευρίσκεται έγκλειστος στο Διαμέρισμά του, που αποτελεί μέρος του Πατριαρχικού κτιριακού Συγκροτήματος!  Δεν του επιτρέπεται η επικοινωνία με πρόσωπα, τα οποία Τον σέβονται, Τον τιμούν και Τον συμπονούν! Τρέφεται από φαγητό, που του προσφέρουν μερικοί χριστιανοί και το οποίο δέχεται με ένα καλάθι, το οποίον ο Μακαριώτατος κ. Ειρηναίος κρεμάει από το παράθυρό του! Δεν έχει ιατρική φροντίδα! Δεν έχει κάποια ανθρώπινη παρηγοριά. ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΝΕΚΡΟΣ! Έτσι τον θέλει η διάδοχος κατάσταση! 'Ολα αυτά συμβαίνουν εντελώς αυθαίρετα! Δεν υπάρχει κάποια Δικαστική Απόφαση είτε των εκκλησιαστικών, είτε των πολιτικών Δικαστηρίων! Όλα αυτά τα γνωρίζει η Πανορθόδοξος Κοινότης! Άλλωστε κι εμείς με αναφορά μας τα έχουμε γνωστοποιήσει εγκαίρως στους Προκαθημένους όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ζητώντας να λάβουν θέση! Όλα αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά και ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαίος! Όσοι, λοιπόν, γνωρίζουν το πρόβλημα και κλείνουν τα μάτια τους και το στόμα τους στο δράμα ενός πρώην Πατριάρχου, ο Οποίος εξακολουθεί να είναι Αδελφός τους, πρέπει να θεωρούνται  συναυτουργοί σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα!_________Άρα το Πανάγιον Πνεύμα δεν πρόκειται να επισκιάσει με τη Χάρη Του μία Σύνοδο είτε αυτουργών είτε συναυτουργών είτε και  παθητικώς ατενιζόντων το απάνθρωπο αυτό έγκλημα! Ένας άγιος Πατριάρχης, ένας έντιμος Διαχειριστής των πραγμάτων του Θρόνου των Ιεροσολύμων, ένας Μάρτυς της Εκκλησίας αργοπεθαίνει εκεί κάτω στην Αγία Γή! Είναι ΖΩΝΤΑΝΟΣ  ΜΕΣΑ Σ΄ΕΝΑ ΤΑΦΟ!  Ώστε, λοιπόν, και για τον πρόσθετο αυτό λόγο η Σύναξη των Προκαθημένων της Ορθοδοξίας θα αποτύχει! Μόνον σκανδαλισμό των συνειδήσεων θα επιφέρει! Εκτός εάν η Σύναξη των Προκαθημένων απαιτήσει από τον  παρόντα στη Σύνοδο Πατριάρχη των Ιεροσολύμων κ. κ. Θεόφιλο (κατά το «εδώ και τώρα») να ελευθερώσει ΑΜΕΣΩΣ τον έγκλειστο Πατριάρχη και Γέροντα του κ.κ. Ειρηναίο και να τον αποκαταστήσει στην Αρχιερατική του αξία ως πρ. Πατριάρχην Ιεροσολύμων. ΑΜΗΝ!
Αίγιον, 24 Φεβρουαρίου 2014
+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ ( Ομιλία για τον καρνάβαλο) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ


ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ...

Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος 
κυροῦ Μελίτωνος Χατζῆ (1913-1989)
στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν, 
τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, 8η Μαρτίου 1970. 
Εἶναι γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.

Ἀδελφοί μου,
Τίποτε δὲν καυτηρίασε ὁ Κύριος τόσο πολύ, ὅσο τὴν ὑποκρισία.
Καὶ ὀρθῶς, εἰς αὐτὴν εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος παραπλανητικὸς κίνδυνος, δηλαδὴ τὸ ἑωσφορικὸν ἀγγελοφανὲς φῶς. Εἶναι πράγματι φοβερὴ ἡ δύναμις τῆς ὑποκρισίας. Τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴ ζῇ καὶ τὴν ἀσκεῖ, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ὑφίστανται. Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὑποκρισία, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς βαθύτατον ψυχολογικὸν αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ φανῆ αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι. Ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καὶ ἔτσι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν.
Σὲ λίγες ὧρες ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ναόν, ἔξω ἀπὸ τὴν γαλήνην του, εἰς τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς Πολιτείας, θὰ παρελάσῃ ὁ Καρνάβαλος. Μὴ τὸν περιφρονήσετε καὶ μὴ τὸν χλευάσετε καὶ μὴ μὲ κατακρίνετε, ποὺ τὸν ἀναφέρω αὐτὴ τὴ στιγμή. Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετος μὲ τὸ μέγιστο πρόβλημα τῆς ὑποκρισίας. Νὰ τὸν προσέξετε ἐφέτος τὸν Καρνάβαλο μὲ σεβασμὸ καὶ βαθὺ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τὸ φαινόμενο καὶ εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καὶ ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου, νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν καθημερινή του ὑποκρισία μὲ μίαν ἔκφρασιν ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.



Εἶναι τραγικὴ μορφὴ ὁ Καρνάβαλος.
Ζητεῖ νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν ὑποκρινόμενος. 
Ζητεῖ νὰ καταλύσῃ ὅλες τὶς ποικίλες προσωπίδες, ποὺ φορεῖ κάθε μέρα μὲ μία νέα, τὴν πιὸ ἀπίθανη. 
Ζητεῖ νὰ ἐκκενώσῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα στὸ ὑποσυνείδητό του καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ, ἀλλὰ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τὸ βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νὰ μεταμορφωθῆ.
Ἐδῶ, λοιπόν, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντὰ στὸν Καρνάβαλο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ μεταμόρφωση, τὸ κεντρικὸ κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν μεταμόρφωσι. 
Νὰ μὴ τὸν καταδικάσουμε, λοιπόν, τὸν Καρνάβαλο, ἀλλὰ νὰ σταθοῦμε καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα του νὰ ἀκούσωμε τὴν ἀγωνία του, τὴν ἔκκλησί του καὶ τὸ δάκρυ του. 
Ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ βαθύτερο κήρυγμα ζητεῖ ὁ Καρνάβαλος, περιφερόμενος εἰς τοὺς δρόμους τῆς Πολιτείας: Τὴ μεταμόρφωσι. 
Καὶ εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ ἐντιμότερος τῶν ὑποκριτῶν.
Ἴσως θὰ νομίσετε, ὅτι ἀστειεύομαι. Ἀπολύτως ὄχι. Δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αὕτη τὴν ὥρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ δική μας Ἐκκλησία, νὰ νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρὸς τὴ ζωή, πρὸς τοὺς καιρούς, πρὸς τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρὸς τὰ φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἁπλῶς ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη καὶ θεωροῦσα τὰ περὶ αὐτήν. Ὡς Ἐκκλησία εἴμεθα ἐμπεπλεγμένοι εἰς τὴν πορείαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν περιπέτεια, ποὺ ὀνομάζεται Ἱστορία, ἄγουσα εἰς τὴν τελείωσιν τῶν ἐσχάτων.

Ὑποκρινόμενοι τὴν χθές, ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ἡ αὔριον ἔρχεται ἄνευ ἡμῶν. 
Ὁμιλῶν εἰς τὴν 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Γενεύης, εἶχον εἰπεῖ: «Ἡ χθὲς παρῆλθε πρὸ πολλοῦ, οὔτε κἂν τὴν σήμερον ζῶμεν, μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον». Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον. Διότι εἶναι ἡ πέραν τῆς αὐτάρκους ὑποκρισίας ἀλήθεια, ἡ ἁπλή, ἡ εὐκολωτέρα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων εἶναι νὰ τὰ χλευάσῃ καὶ νὰ τὰ κατακρίνῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ὅπως ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς Σαμαρειτικῆς παραβολῆς. Ἀλλὰ ἡ πληγὴ εἶναι ἐδῶ καὶ κράζει.
Ποιὸς μπορεῖ ὑπευθύνως νὰ μᾶς πῇ, ὅτι εἶναι ἔξω κάθε ἱστορικῆς, ἐξελικτικῆς πραγματικότητας ὅλα αὐτὰ τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα καὶ φαινόμενα τῆς νέας γενεᾶς τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἔξαλλος μουσική, οἱ ἔξαλλοι χοροί, ἡ ἔξαλλος ἐπένδυσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παγκόσμιος ἐπανάστασις τῆς νεολαίας;
Άν ὅλοι οἱ μικρόνοες, ὅλοι οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, ὅλοι οἱ παρελθοντολόγοι καὶ ἐγκαυχώμενοι διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς ἐποχῆς των συνωμοτήσουν, διὰ νὰ κατακρίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νὰ σταθῇ μὲ θεανδρικὴν κατανόησιν, ἐνανθρωπιζομένη ὅπως ὁ Κύριός της ἐν μέσῳ ἑνὸς νέου κόσμου, ποὺ ἔρχεται μακρόθεν, καὶ νὰ ἀκούση αὐτὴ τὴν ἀγωνιώδη κραυγήν, ποὺ ἀναπηδᾶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρούμενα ἀπὸ ἐμᾶς ἔξαλλα πράγματα. Κάτι ἔχει νὰ μᾶς πῇ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ἔρχεται νέος εἰς τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας.

Τὰ νομιζόμενα ἔξαλλα δι᾿ ἡμᾶς τοὺς παλαιούς, ὅταν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν τὸ φοβερὸν γεγονός, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τεραστία ἀπόστασις, ποὺ ὑπάρχει στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν, δηλαδὴ ἡ γενεά, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἐμένα ἔχει ἀπόστασιν τριῶν γενεῶν. Πῶς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν κατανοήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν νέαν γενεάν, ποὺ ἔρχεται, ἐὰν δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία Χριστοῦ συνεχῶς ἐνανθρωπίζομενη, συνεχῶς μεταμορφουμένη καὶ συνεχῶς μεταμορφώνουσα;
...

Δὲν θὰ ἐπιζήσωμεν ὡς χριστιανικαὶ ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι τοῦ κύματος αὐτοῦ τῶν ἐπερχομένων, ἐὰν δὲν ἑνωθῶμεν ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εἶναι πλέον ἡ ὥρα νὰ λυτρωθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπατερικῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μόνον μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τῆς Ἱστορίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν. Πρέπει, ἐπὶ πλέον τοῦ πατερικοῦ πνεύματος, νὰ ἀναλάβωμεν ὡς Ἐκκλησία τὴν θείαν ὑπευθυνότητα καὶ τόλμην καὶ γενναιότητα τῶν Πατέρων καὶ νὰ θεολογήσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὄχι μὲ νομοκρατικὴν φαρμακίδειον, φερ᾿ εἰπεῖν, σωματειακὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ζῶντος ἐν τῇ ἀναστάσει.
Ἀδελφοί μου,
Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν καὶ στὸ βάθος μᾶς ἀναμένει τὸ δράμα, τὸ θαῦμα καὶ τὸ βίωμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς πορευθῶμεν πρὸς αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ βίωμα, ὄχι ἀσυγχώρητοι, ὄχι μὴ συγχωρήσαντες, ὄχι ἐν νηστείᾳ ἁπλῶς κρέατος καὶ ἐλαίου, ὄχι ἐν ὑποκρισίᾳ, ἀλλὰ ἐν θείᾳ ἐλευθερίᾳ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πνεύματος. 




Ὁ Χαλκηδόνος ΜΕΛΙΤΩΝ

Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος, 
Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, 1991, ἐκδ. Πανσέληνος

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ




ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 


(κείμενο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου περὶ Ἱερῶν Μνημοσύνων ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Μελέτη περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ ἱερῶν μνημοσύνων»)


Ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ἐτήσια μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς τῶν μὴ τυχόντων τῶν νενομισμένων, καὶ στερηθέντων τῆς ἐκ τούτων ὠφελείας διὰ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὰ εἴτε ἐν ξένῃ γῇ, ἐν θαλάσσῃ, εἴτ᾿ ἐν ἐρήμῳ. Ὧδε ἐκτίθενται οἱ λόγοι οἱ ἐν τῷ Τριωδίῳ, δι᾿ οὓς ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὸ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνον τῷ Σαββάτῳ τῷ πρὸ τῆς ἀπόκρεως, ὅπερ καὶ πρῶτον λέγεται, (κοινῶς ψυχοσάββατον).

α´. Περὶ τοῦ πρώτου ψυχοσαββάτου. Ὑπόμνημα περὶ τοῦ πρώτου ἐτησίου μνημοσύνου
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνείαν ποιεῖσθαι τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». «Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε, τὰ Χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα σου μὴ δεικνύων». «Ἐπειδὴ τίνες ἄωρον πολλάκις ἐπὶ ξένης ὑπέστησαν θάνατον ἐν θαλάσσῃ τε καὶ ἀβάτοις ὄρεσι, κρημνοῖς τε καὶ χάσμασι, καὶ λοιμοῖς, καὶ λιμοῖς, καὶ πολέμοις καὶ ἐμπρησμοῖς, καὶ κρυμοῖς, καὶ ἄλλους παντοίους θανάτους ὑπομεμενηκότες, ἴσως καὶ πένητες ὄντες καὶ ἄποροι καὶ τῶν νενομισμένων ψαλμωδιῶν καὶ μνημοσύνων οὐκ ἔτυχον, φιλανθρώπως οἱ θεῖοι Πατέρες κινούμενοι κοινῶς τούτων μνείαν ἁπάντων τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ποιεῖσθαι ἐθέσπισαν, ἀπὸ τῶν Ἱερῶν Ἀποστόλων διαδεξάμενοι, ἵνα καὶ οἱ τῶν νενομισμένων ἀνὰ μέρος διά τινος συμβάντος μὴ τετυχηκότες, τῇ νῦν κοινῇ μνείᾳ κἀκεῖνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ὡς καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν γινόμενα μεγάλην αὐτοῖς προξενεῖ τὴν ὠφέλειαν. Καθ᾿ ἕνα μὲν οὖν τρόπον οὕτως ἡ του Θεοῦ Ἐκκλησία μνείαν ἐπιτελεῖ τῶν ψυχῶν, δεύτερον δέ, ἐπειδὴ τὴν δευτέραν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν θεῖναι τῇ ἐπαύριον ἔμελλον, ἀρμοζόντως καὶ τῶν ψυχῶν μνημονεύουσιν. Ὠσανεὶ τὸν φοβερὸν Κριτὴν καὶ ἀπαραλόγιστον ἱλεούμενοι τῇ συνήθει πρὸς αὐτὰς χρήσασθαι συμπαθείᾳ, καὶ τῇ ἐπηγγελμένῃ ταύτας κατατάξαι τρυφῇ. Ἄλλως τε καὶ τὴν τοῦ Ἀδὰμ ἐξορίαν οἱ ἅγιοι μέλλοντες τῇ ἐσομένῃ ἐκθεῖναι Κυριακή, ὥσπερ τινὰ κατάπαυσιν προσεπινοοῦσι, καὶ τέλος πάντων τῶν καθ᾿ ἡμᾶς διὰ τῆς παρούσης νῦν καταπαύσεως, ἵνα ἐκεῖθεν ὡς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρξωνται, τὸ γὰρ ὕστατον τῶν παρ᾿ ἡμῖν πάντων, ἡ τῶν βεβιωμένων παρὰ τοῦ ἀδεκάστου Κριτοῦ ἔσται ἐξέτασις, καὶ ἵνα τοὺς ἀνθρώπους διὰ τούτων φοβήσαντες, πρὸς τοὺς τῆς νηστείας ἀγῶνας ποιήσωσιν εὐχερεῖς. Ἐν Σαββάτῳ δὲ τὴν τῶν ψυχῶν μνείαν ποιούμεθα, ὅτι τὸ Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Ἑβραιστὶ καὶ τῶν τεθνεώτων τοίνυν, ὡς τῶν βιωτικῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἁπάντων καταπαυσαμένων, κἂν τῇ καταπαυσίμῳ τῶν ἡμερῶν τὰς ὑπὲρ αὐτῶν δεήσεις ποιούμεθα, ὃ δὴ καὶ ἐπὶ πᾶν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Τὸ δέ γε νῦν καθολικῶς μνημονεύομεν ὑπὲρ παντὸς δεόμενοι εὐσεβοῦς, εἰδότες καὶ γὰρ οἱ Θεῖοι Πατέρες, ὡς τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ἐλεημοσύναι καὶ λειτουργίαι, καὶ ἰδίως καὶ κοινὴ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπουσι, παρὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦτο παραλαβόντες, ὡς εἴρηται, καθ᾿ ἃ καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης φησὶ Διονύσιος». Ἐν τῷ Η´. Βιβλίῳ τῶν Ἀποστολικῶν διαταγῶν ἐν κεφαλαίῳ μα´ ὑπάρχει προσφώνησις ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἔχουσα ὧδε: «Ὑπὲρ τοῦ ἀναπαυσαμένου ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ ἡμῶν δεηθῶμεν, ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ προσδεξάμενος αὐτοῦ τὴν ψυχήν, παρίδῃ αὐτῷ πᾶν ἁμάρτημα ἑκούσιον τε καὶ ἀκούσιον, καὶ ἵλεως καὶ εὐμενὴς γενόμενος, κατατάξῃ εἰς χώραν εὐσεβῶν ἀνειμένων εἰς κόλπον Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακὼβ μετὰ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως εὐαρεστησάντων καὶ ποιησάντων τὸ θέλημα αὐτοῦ. Ὅθεν ἀπέδρα ὀδύνη λύπη καὶ στεναγμός». Καὶ αὖθις, «Αὐτὸς καὶ νῦν ἔπιδε ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου τόν δε, ὃν ἐξελέξω καὶ προσελάβου εἰς ἑτέραν λῆξιν καὶ συγχώρησον αὐτῷ εἰ τὶ ἑκὼν ἢ ἄκων ἐξήμαρτε καὶ Ἀγγέλους εὐμενεῖς παράστησον αὐτῷ καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν τῷ κόλπῳ τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως σοι εὐαρεστησάντων, ὅπου οὐκ ἑνὶ ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, ἀλλὰ χορὸς εὐσεβῶν ἀνειμένος καὶ γῆ εὐθεῖα συνανειμένη καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ὁρώντων τὴν δόξαν Χριστοῦ κτλ.» Ἐν δὲ τῷ μβ´ Κεφ. ὑπάρχει διάταξις περὶ τοῦ πῶς δεῖ καὶ πότε γίνεσθαι τὰς τῶν κοιμηθέντων πιστῶν μνείας, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ὑπαρχώντων αὐτοῖς δεῖ παρέχεσθαι πένησι, ἔχουσα ὧδε: «Ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καὶ ἀναγνώσεσι καὶ προσευχαῖς διὰ τὸν διὰ τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα, καὶ ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, καὶ τεσσαράκοντα κατὰ τὸν παλαιὸν τύπον. Μωσῆν γὰρ οὕτως ὁ λαὸς ἐπένθησε, καὶ ἐνιαύσια ὑπὲρ μνείας αὐτοῦ, καὶ διδόσθω ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ πένησιν εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ». Ἐν δὲ μγ´. κεφαλ. λέγονται τὰ ἑξῆς περὶ τῶν ἐν εὐσεβείᾳ τελευτησάντων, ὅτι τοὺς ἀσεβεῖς τελευτῶντας οὐδὲν ὠφελοῦσι μνεῖαι ἢ ἐντολαί. «Ταῦτα δὲ περὶ εὐσεβῶν λέγομεν, περὶ γὰρ ἀσεβῶν, ἐὰν τὰ τοῦ κόσμου δῷς πένησιν οὐδὲν ὀνήσεις αὐτόν, ᾧ γὰρ περιόντι ἐχθρὸν ἦν τὸ θεῖον, δῆλον ὅτι καὶ μεταστάντι, οὐ γάρ ἐστιν ἀδικία παρ᾿ αὐτῷ, δίκαιος γὰρ ὁ Κύριος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησε καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ». Ἐν τῷ συγγράμματι τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου ἀναγιγνώσκομεν τὰ ἑξῆς: «Οὐκ οἶμαι θαυμαστὸν εἶναι, ὅπερ ὁ νομομαθὴς καὶ προφητοδίδακτος Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καλῶς ἐφρόνει. Τὸ θαυμαστὸν δήπου ἐκεῖνό ἐστιν, ὅτι ἅπαντα σχεδὸν τὰ ἔθνη πεπεισμένα ἐστίν, ὅτι παρὰ ταύτην καὶ ἄλλη τίς ἐστι ζωὴ τέλος μὴ ἔχουσα. Καὶ τὶς τῶν πάλαι σοφῶν, ὅτι μεγίστην ἔχει δύναμιν ἔφασκε παρ᾿ ἡμῖν, περὶ τῆς τῶν ψυχῶν ἀθανασίας ἡ ὁμοφωνία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅτι τινὲς ἢ φοβοῦνται ἢ τιμῶσι τοὺς καταχθονίους. Μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ Μακρόβιος, ἀκριβὴς ἀνιχνευτὴς τῆς ἀρχαίας σοφίας, ὅτι κοινὴ ἦν γνώμη τὴν ψυχὴν οὐχ ἧττον ἀθάνατον εἶναι ἢ ἀσώματον. Ἐν ὅλη τῇ Ἀμερικῇ τῇ τε πρὸς Βορρᾶν, τῇ τε πρὸς Νότον ἡ ἰδέα μιᾶς ἄλλης ζωῆς πῇ μὲν μᾶλλον, πῇ δ᾿ ἧττον καθαρά, τὸ θεμέλιόν ἐστι τῆς ἑαυτῶν θρησκείας, τοῦτ᾿ αὐτὸ εἰρήσθω καὶ περὶ πάντων τῶν τῆς Ἀφρικῆς ἀγρίων λαῶν, τῶν τῆς Σιβηρίας, τῶν Σαμοϊέδων, τῶν Σκυθῶν. Ἅπαντα τὰ βάρβαρα ταῦτα ἔθνη τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς ἐνταφιάζουσι μετὰ παρασκευῶν τοιούτων, αἱ τὸ χρήσιμον ἑαυτῶν εἰς ἑτέρων βίον ἐπιδεικνύονται, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐτησίως δέονται». Τὸ πνεῦμα, καὶ ὁ τρόπος καὶ ὁ λόγος τῆς δεήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐμφαίνονται ἐν ταῖς εὐχαῖς καὶ τοῖς τροπαρίοις τῶν μνημοσύνων, τὰ ὁποῖα ἀντιγράφομεν ὧδε.  

α´.) «Τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος σήμερον νεκρῶν ἁπάντων κατ᾿ ὄνομα μετὰ πίστεως ζησάντων εὐσεβῶς μνήμην τελοῦντες οἱ πιστοὶ τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον ἀνυμνήσωμεν αἰτοῦντες ἐκτενῶς τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως ἀπολογίαν ἀγαθὴν δοῦναι αὐτῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ πᾶσαν κρίνοντι τὴν γῆν, τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ παραστάσεως τυχόντες ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι Δικαίων, καὶ ἐν ἁγίῳ κλήρῳ φωτεινῷ, καὶ ἀξίους γενέσθαι τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ». 
β´.) «Ὁ ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι Σωτὴρ βροτοὺς ἐκπριάμενος, καὶ θανάτῳ Σου θανάτου τοῦ πικροῦ ἐκλυτρωσάμενος ἡμᾶς καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον παρασχὼν τῇ ἀναστάσει Σου ἡμῖν, πάντας ἀνάπαυσον, Κύριε, τοὺς κοιμηθέντας εὐσεβῶς, ἢ ἐν ἐρήμοις, ἢ πόλεσιν, ἢ ἐν θαλάσσῃ ἢ ἐν γῇ, ἢ ἐν παντὶ τόπῳ, Βασιλεῖς τε, Ἱερεῖς, Ἀρχιερεῖς, Μοναστὰς καὶ μιγάδας, ἐν ἡλικίᾳ πάσῃ παγγενεῖ, καὶ ἀξίωσον αὐτοὺς τῆς οὐρανίου βασιλείας σου». 
γ´.) «Τῇ ἐκ νεκρῶν ἐγέρσει Σου Χριστέ, οὐκέτι ὁ θάνατος κυριεύει τῶν θανόντων εὐσεβῶς, διὸ αἰτοῦμεν ἐκτενῶς τοὺς Σοὺς δούλους ἀνάπαυσον ἐν αὐλαῖς Σου καὶ ἐν κόλποις Ἀβραάμ, τοὺς ἐξ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρῶς πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα καλῶς καὶ πρὸς Σε μεταστάντα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὁ Θεός, καὶ ἀξίωσον τούτους τῆς οὐρανίου βασιλείας Σου». Ἡ δὲ αἴτησις ἔχει ὧδε: «Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεος Σου, δεόμεθα Σου, ἐπάκουσον, καὶ ἐλέησον. Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως πάντων τῶν κεκoιμημένων εὐλαβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, βασιλέων, ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, μοναζουσῶν, πατέρων, προπατόρων, πάππων καὶ προπάππων, ἐκ τῶν ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον». (Ἔπειτα αἱ συνήθεις εὐχαί).


β´. Περὶ τοῦ δευτέρου ἐτησίου μνημοσύνου
Τὸ δεύτερον ἐτήσιον μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημενων ἡ Ἐκκλησία τελεῖ λίαν καταλλήλως ἡμέρας 9 μετὰ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἤτoι τῷ Σαββάτῳ τῷ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ Πάσχα, ὃ «ψυχοσάββατον» ἐπίσης καλεῖται, ὡς τὸ πρὸ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεων Σάββατoν «πρῶτον ψυχoσάββατον». Κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην μνήμην ποιεῖται ἡ Ἐκκλησία πάντων τῶν ἀπὸ Ἀδὰμ εὐσεβῶς κοιμηθέντων, δέεται ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ αἰτεῖται παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀναληφθέντος εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐν δεξιᾷ καθεσθέντος τοῦ Πατρός, ὅπως ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως ἀπολογίαν ἀγαθὴν δώσωσιν αὐτῷ τῷ Πᾶσαν κρίνοντι τὴν Γῆν, τύχωσι τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι δικαίων, καὶ κλήρῳ φωτεινῷ ἁγίων, καὶ γείνωσιν ἄξιοι τῆς οὐρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Ἡ Ἐκκλησία δεομένη ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον εὐσεβῶς κοιμηθέντων εὔχεται οὐχὶ βεβαίως μόνον ὑπὲρ Χριστιανῶν, διότι οὐδεὶς Χριστιανὸς ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς παντὸς γένους βροτῶν ἐναρέτως βιωσάσης εἴτε ἐν νόμῳ, εἴτε ἐν ἀκροβυστίᾳ, εὔχεται δ᾿ ἐν τοῖς τροπαρίοις, ἵνα «ἅπαντα ἄνθρωπον τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς καὶ πρὸς Θεὸν μεταστάντα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὁ Θεὸς ἀξιώσῃ τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ». Διὰ τῆς τοιαύτης ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶς κοιμηθέντων διαταχθείσης ἀκολουθίας ἡ Ἐκκλησία κηρύττει ὅτι οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Χριστοῦ τελειωθέντες ἐνάρετοι ἄνδρες εἰσὶν ἄξιοι τοῦ θείου ἐλέους καὶ δέεται τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως δώσῃ αὐτοῖς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως εὐπρόσδεκτον ἀπολογίαν. Τὸ φρόνιμα τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπερ ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων γινώσκομεν, εἶναι λίαν ὀρθὸν δίκαιον, διότι, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν ἦλθεν, ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον, ἕπεται ὅτι ἔμελε νὰ σώσῃ καὶ πάντας τοὺς ἐναρέτως διαβιώσαντας, πρὸ τῆς ἀφίξεως αὐτοῦ, διότι οὐχὶ ἡ ἔλλειψις ἀρετῆς ἐν τῷ κόσμῳ προκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἡ ἔλλειψις τῆς πρὸς τὸν Θεὸν φιλίας καὶ τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας τὸ διαχωρίζον Θεὸν καὶ ἄνθρωπον καί, ὅπερ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε νὰ καθέλῃ. Λόγος λοιπὸν τῆς ἀφίξεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ συμφιλίωσις Θεοῦ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ ἡ ἔλλειψις ἀρετῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς θείας αὐτοῦ διδασκαλίας ἀπεκάλυψε τοῖς ἀνθρώποις νέας τελειωτικὰς ἀρχὰς καὶ ὑπέδειξεν αὐτοῖς οὐρανὸν καινόν, καὶ γῆν καινήν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀρετῆς ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἀρετὴ λοιπὸν ἐν τῷ κόσμῳ ὑφίστατο, ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκετο ὑπὸ δυσμένειαν καὶ ἐδέετο διαλάκτου, τούτου δὲ ἐλθόντος ὁ ἐνάρετος εὗρε χάριν παρὰ τῷ Θεῷ καὶ ἔτυχε τῆς σωτηρίας. Ὅτι τοῖς δικαίοις ἐπεφυλάσσετο σωτηρία διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦτο διδασκόμεθα ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς ὑπέσχετο τοῖς Ἰουδαίοις σωτηρίαν, ἐὰν ἐτήρουν τὸν νόμον, τοῦτο ἐβεβαίωσε καὶ ὁ Σωτήρ, ὡς ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, εἰπὼν πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα τὶ νὰ ποιήσῃ, ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσῃ, ὅτι ἀρκετὴ ἦτο πρὸς τοῦτο ἡ τῶν ἐντολῶν τήρησις. Βεβαίως οὐδέποτε θὰ ἔλεγεν αὐτῷ νὰ τηρήσῃ τὰς ἐντολὰς (Ματθ. 19. 17), ἐὰν ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν δὲν τῷ ἐπεφυλάσσετο σωτηρία διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης οὐδὲ πρὸς τοὺς ἐλέγχοντας αὐτὸν Φαρισαίους ὅτι μετὰ ἁμαρτωλῶν καὶ τελωνῶν ἐσθίει καὶ πίνει, θὰ ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς, τὸ «οἱ ἰσχύοντες οὐκ ἔχουσι χρείαν ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες... οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οἱ λόγοι οὔτοι τοῦ Ἰησοῦ ἀποδεικνύουσι σαφῶς ὅτι οἱ δίκαιοι εἶχον μερίδα ἐν τῇ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλευσομένῃ σωτηρίᾳ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἀφοῦ δὲ οἱ ὑπὸ νόμον εἶχον μέρος ἐν τῇ σωτηρίᾳ, διατὶ τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα τὸν νόμον γραπτὸν εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ ποιοῦντα αὐτὸν νὰ ἀποκλεισθῶσι τῆς σωτηρίας; μὴ προσωπολήπτης ὁ Θεός; ἢ μήπως Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; ἄπαγε ! ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς δίκαιος καὶ πατὴρ πάσης φυλῆς καὶ γένους ἀνθρώπων, ἐὰν λοιπὸν ὑπεσχέθη σωτηρίαν τοῖς ὑπὸ νόμον, ἐὰν τηρήσωσι τὸν νόμον, θέλει σώσει καὶ τοὺς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ τοὺς τηρήσαντας τὸν νόμον τὸν γεγραμμένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας διαβεβαιοῖ ὅτι δι᾿ ἀποκαλύψεως ἐγνώσθη αὐτῷ ἡ τῶν ἐθνικῶν δικαίων σωτηρία. Ἀναφέρει δὲ τὴν καθ᾿ ὕπαρ ἐμφάνειαν τοῦ σοφοῦ Πλάτωνος πρὸς τίνα εὐσεβῆ μοναχὸν ἐξυβρίζοντα αὐτὸν διὰ τίνας πλάνας αὐτοῦ, καὶ λέγει ὅτι ἐμφανισθεὶς ἐδίδαξεν αὐτὸν τὰ περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ διὰ Ι. Χριστοῦ καὶ προέτρεψε μὴ ἁμαρτάνειν ὑβρίζων. Ἡ μαρτυρία αὕτη, καίτοι ἀξιόπιστος ὡς ἀπὸ ἀξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, καὶ ἂν μὴ ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψει, ἡ δόξα περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνικῶν ἑδραζομένη ἐπὶ τῶν ὀρθῶν συλλογισμῶν, ἵσταται καθ᾿ ἑαυτήν. Ἡ σωτηρία λοιπὸν ἡ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει χορηγηθεῖσα διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγένετο γενικὴ πᾶσι τοῖς ἐναρέτως ζήσασι. Διὰ τὰ τοσαῦτα ἀγαθά, ὅσα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς παρέσχε τῇ ἀνθρωπότητι, ἥτις πᾶσα ὀφείλει νὰ εὐχαριστῇ τῷ Θεῷ, ἡ Ἐκκλησία ἀναπέμπει εὐχαριστίας πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὸν Δεσπότην τῶν ἁπάντων καὶ λυτρωτήν, δοξάζει αὐτὸν ὡς Θεὸν ἀληθινόν, καὶ δέεται ὑπὲρ τῶν ψυχῶν πάντων τῶν εὐσεβῶς κοιμηθέντων πάσης φυλῆς καὶ γένους... Ἡ ἀκολουθία τῶν κεκοιμημένων ἐτέθη λίαν καταλλήλως μετὰ τὸν χρόνον τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, διότι διὰ ταύτης γενόμενος ὁ Κύριος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρὸς καὶ λαβὼν πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, ἐγένετο ζώντων καὶ τεθνεώτων Δεσπότης, ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ἔνθεν μὲν θέλουσα νὰ ὁμολογήσῃ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ζώντων τε καὶ νεκρῶν ἐξουσιαστήν, ἔνθεν δὲ νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν πίστιν αὐτῆς εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν, τὴν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἀκολουθίαν συνέταξεν.



γ´. Περὶ τῆς προσγινομέvης ὠφελείας ταῖς ψυχαῖς ἐκ τῶν ἱερῶν μνημοσύνων
Τὰ ἱερὰ μνημόσυνα καὶ ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν ἐξεταζόμενά εἰσι λίαν ἀναγκαία, καθόσον παρέχουσι καὶ τοῖς ἐπιζῶσι μεγάλην ὠφέλειαν, δι᾿ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία διδάσκει τὰ ἑαυτῆς τέκνα τὴν ἀληθῆ χριστιανικὴν φιλοσοφίαν καὶ ὑπομιμνῄσκει εἰς αὐτὰ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ, κηρύττει ὡς δι᾿ ὑψηλοῦ κηρύγματος τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς, καὶ τὴν ἔναρξιν μετὰ θάνατον νέου σταδίου ζωῆς ἀλήκτου καὶ ἀτέρμονος. Ἐπίσης κηρύττει τὴν διηνεκῆ ἐν τῷ κόσμῳ του Σωτῆρος Χριστοῦ παρουσίαν, τὴν μεθ᾿ ἡμῶν ἐπικοινωνίαν καὶ σχέσιν, τῶν τεθνεώτων καί, ἵνα συλλήβην περιλάβω ἅπαν τὸ πνεῦμα τῶν τελουμένων μνημοσύνων, δι᾿ αὐτῶν διδάσκει ἡ Ἐκκλησία τὰ τέκνα της, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι οὐρανοπολίτης, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐν γῇ στρατευομένης Ἐκκλησίας μεταβαίνει εἰς τὴν ἐν Οὐρανῷ θριαμβεύουσαν, ὅτι ἀμφοτέρων κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός, ὅστις εἰσακούει πάντων τὰς δεήσεις καὶ ἱκεσίας καὶ ἐπικάμπτεται ταῖς πρεσβείαις τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου, ὅτι ἡ ἐλπὶς τῆς σωτηρίας τοῦ Χριστιανοῦ δὲν ἀπόλλυται καὶ μετὰ θάνατον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πιστεύει, ὅτι αἱ δεήσεις αὐτῆς καὶ ἱκεσίαι αἱ ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς γινόμεναι εἰσακούονται παρὰ τοῦ φιλανθρώπου Σωτῆρος ἡμῶν καὶ παρέχεται τοῖς ὑπὲρ ὧν γίνονται τὰ μνημόσυνα ἄφεσις παραπτωμάτων, ὅτι ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις περὶ τῆς ἀμοιβῆς καὶ τιμωρίας εἰσέτι δὲν ἐξεδόθη, ὅτι αὕτη ἐπιφυλάσσεται ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ παρουσία, ὅτε ἕκαστος θὰ λάβῃ τὸ γέρας καὶ τοὺς στεφάνους, οὗ ἐπολιτεύθη βίου, ὅτι μέχρι τῆς δευτέρας τοῦ Χριστοῦ παρουσίας δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναπέμπει εὐχὰς καὶ δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῆς, ὅτι ὡς ἐν τῇ στρατευομένῃ Ἐκκλησίᾳ οἱ ὑπὸ Ἐκκλησιαστικὴν ποινὴν εὑρισκόμενοι διὰ τὰς πεπραγμένας αὐτῶν ἁμαρτίας στεροῦνται τῶν θείων μυστηρίων, οὕτω καὶ ἐν τῇ θριαμβευούσῃ Ἐκκλησίᾳ οἱ ἐν ἁμαρτίαις θανόντες μακρὰν τῶν ἁγίων καὶ δικαίων εἰσὶν ἐστερημένοι τῆς δόξης καὶ χάριτος τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τοῦ ἀῤῥήτου κάλλους τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπερ ἐπιποθεῖ καὶ ζητεῖ πᾶσα ψυχή, ὅπως χορτασθῇ, κατὰ τὸ ῥητόν, «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν Σου», πλὴν οὐχὶ ἐκτὸς τοῦ ᾅδου, ἐν ᾧ ἕκαστος ἀποτίνει τὴν ποινὴν κατὰ τὸ βάρος τῆς ἑαυτοῦ συνειδήσεως, ὅπως δὲ ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας εὔχεται ἡ Ἐκκλησία ἀδιαλείπτως πρὸς τὸν Κύριον, ἵνα ἑνώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ἁμαρτίαις κοιμηθέντων πιστῶν δύναται νὰ εὔχηται καὶ νὰ αἰτῆται συναντιλήπτορας καὶ τοὺς ἁγίους τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας, ὅπως ἐξιλεώσει τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τάξῃ αὐτοὺς ἐν σκηναῖς δικαίων, ἐν κόλποις Ἀβραάμ, καὶ συναριθμήσῃ αὐτοὺς μετὰ τῶν σεσωσμένων. Ταῦτα πάντα διὰ τῶν μνημοσύνων διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, δι᾿ ὧν παραμυθεῖται καὶ παρηγορεῖ τοὺς τῶν μεταστάντων συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ θεραπεύει τὰς τρωθείσας καρδίας διὰ τοῦ οὐρανίου βαλσάμου τοῦ ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος πεμπομένου αὐταῖς. Διὰ τῶν μνημοσύνων ἡ Ἐκκλησία πρῶτον συναγείρει τὸ τῶν πιστῶν σύστημα καὶ παρακελεύεται αὐτὸ νὰ ἐνδείξῃ τὴν πρὸς τὸν μεταστάντα ἀδελφὸν ὀφειλομένην ἀγάπην, ἀφήσῃ αὐτῷ τὴν ὀφειλήν, δεηθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Κύριον τῶν ζώντων τε καὶ νεκρῶν Δεσπότην καὶ ἐξουσιαστήν, αἰτήσηται παρ᾿ αὐτοῦ τὴν συγχώρησιν τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πραχθέντων πλημμελημάτων, τὴν δαψίλειαν τῆς θείας χάριτος, καὶ τὴν κληρονομίαν τῆς οὐρανίου βασιλείας, δεύτερον παραμυθεῖται ἡ τῶν πιστῶν ὁμήγυρις τῷ τεθλιμμένων τὰς καρδίας, αἵτινες ἐν τῇ ἐνδείξει τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συμπαθείας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας εὑρίσκουσιν ἀνακούφισιν καὶ παρηγορίαν, διότι οὕτω ἡ του πάθους συμμετοχὴ φέρει παρηγορίαν τῷ τεθλιμμένῳ ὡς ἡ του βάρους συναντίληψις ἐλάττωσιν καὶ ἀνακούφισιν τῷ πεφορτισμένῳ, καὶ τρίτον διὰ τῶν μνημοσύνων γίνεται ἀνάμνησις τοῦ θανάτου, ὑπόμνησις τῆς ματαιότητος τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, τοῦ προσκαίρου βίου καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, προτροπὴ πρὸς ἀρετὴν καὶ ἐνάρετον πολιτείαν, ἐνθάρυνσις πρὸς εὐεργεσίας καὶ ἀγαθοεργίας, καὶ ἐν γένει ἀφορμὴ πρὸς προκοπὴν ἐν τῇ ἀρετῇ καὶ πρὸς τελείωσιν, καὶ οὗτός ἐστιν ὁ ἠθικὸς χαρακτὴρ τῶν μνημοσύνων.


ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ

α´. Μαρτυρίαι ἐκ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁμιλῶν περὶ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τελουμένων ἱερῶν μνημοσύνων ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ «Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α´. σελ. 585-595) ἀναπτύσσει θαυμασίως τὸ περὶ μνημοσύνων κεφάλαιον ὡς ἑξῆς: «Ἴδετε γὰρ τί φησιν ἡ θεία Γραφή: Ὡς Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος ἐν τῇ Σιὼν τῇ πόλει τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁπηνίκα τεθανατωμένον εἶδε τὸν ὑπ᾿ αὐτῶν λαὸν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων ἐχθρῶν, ἐρευνήσας αὐτῶν τοὺς κόλπους καὶ τούτων ἔνδοθεν εὑρὼν εἰδωλεῖα, ἑξιλασμὸν αὐτίκα ὑπὲρ ἑκάστου τούτων πρὸς τὸν εἰς οἶκτον ἕτοιμον Κύριον προσενήνοχε. πανευσεβῶς ποιήσας καὶ φιλαδέλφως λίαν», ὅθεν καὶ παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ, ὡς ἐν πᾶσι, καὶ ἐν τούτῳ τεθαύμασται. Οἱ δέ γε μύσται καὶ αὐτόπται τοῦ λόγου, οἱ τὸν τοῦ κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἐπὶ τῶν φρικτῶν καὶ ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων μνήμην ποιεῖσθαι τῶν πιστῶς κοιμηθέντων ἐθέσπισαν, ὃ καὶ κατέχει βεβαίως καὶ λίαν, ἀναντιρρήτως ἡ του Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἀπὸ περάτων μέχρι περάτων Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία ἔκτοτε μέχρι τοῦ νῦν καὶ τῆς τοῦ κόσμου λήξεως ἄχρι, οὐκ ἀλογίστως πάντως, οὐδὲ ματαίως, οὐδὲ εἴκῃ καὶ ὡς ἔτυχε, τοῦτο θεσπίσαντες. Οὐδὲν γὰρ ἀνόνητον ἡ τῶν Χριστιανῶν ἀπλανὴς θρησκεία παρείληφε καὶ εἰς αἰῶνα κατέσχεν ἀπαρασάλευτον, ἀλλὰ πάντα ἐπωφελῆ καὶ θεάρεστα καὶ λίαν ὀνησιφόρα, καὶ σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Μετὰ δὲ τοῦτον αὖθις ὁ τῆς θεολογίας ἐπώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφὸν ἐπιταφίῳ λόγῳ, περὶ τῆς ἰδίας μητρός, «Ἠκούσθη, φησί, κήρυγμα πάσης ἀκοῆς ἄξιον, καὶ μητρὸς πάθος κενοῦται δι᾿ ὑποσχέσεως καλῆς καὶ ὁσίας δοῦναι τὰ πάντα τῷ παιδὶ τὸν ἐκείνου πλοῦτον ὑπὲρ ἐκείνου δῶρον ἐπιτάφιον,» καὶ μεθ ἕτερα, «τὰ μὲν οὖν παρ᾿ ἡμῶν τοιαῦτα, καὶ τὰ μὲν ἀποδεδώκαμεν, τὰ δὲ δώσομεν τὰς δι᾿ ἔτους προςφέροντες τιμάς τε καὶ μνήμας, οἶγε τῷ βίῳ περιλειπόμενοι.» Ὁρᾷς πῶς βεβαιοῖ καὶ καλὰς καὶ ὁσίας καλεῖ τὰς ὑπὲρ τῶν κατηχομένων τῷ Θεῷ προσαγωγὰς καὶ τὰς ἐτησίας μνήμας, εἰσδέχεται; Εἶτα μετ᾿ αὐτὸν ὁ Χρυσορρήμων ὄντως καὶ χρυσεπώνυμος Ἰωάννης, ὁ τῆς πτωχείας καὶ τῆς μετανοίας ὁδηγὸς καὶ διδάσκαλος ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους αὐτοῦ καὶ Γαλάτας θεοφεγγεῖ ἑρμηνείᾳ. «Εἰ γὰρ οἱ Ἕλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοῖς ἀπελθοῦσι τὰ ἑαυτῶν, πόσῳ γε μᾶλλον σὲ τὸν πιστὸν συμπαραπέμψαι δεῖ τῷ πιστῷ τὰ οἰκεῖα, οὐχ ἵνα τέφρα γένωνται, καθὰ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα, ἀλλ᾿ ἵνα μείζονα τοῦτο περιβάλης τὴν δόξαν, καὶ εἰ μὲν ἁμαρτωλὸς ὁ τεθνηκὼς ᾗ, ἵνα τὰ ἁμαρτήματα λύσῃ, εἰ δὲ δίκαιος, ἵνα προσθήκη γένηται μισθοῦ καὶ ἀνταποδόσεως,» καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ λόγῳ, «Ἐπινοήσωμεν, φησί, τοῖς ἀπελθοῦσιν ὠφέλειαν, δῶμεν αὐτοῖς τὴν προσιούσαν βοήθειαν, ἐλεημοσύνας, λέγω, καὶ προσφοράς, καὶ φέρει τούτοις πολλὴν τὸ πρᾶγμα τὴν ὄνησιν, καὶ μέγα τὸ κέρδος καὶ τὴν ὠφέλειαν, οὐ γὰρ εἴκῃ καὶ ὡς ἔτυχε ταῦτα νενομοθέτηται, καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ ὑπὸ τῶν αὐτοῦ πανσόφων μαθητῶν παραδέδοται, φημὶ δὴ τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων εὐχὴν πιεῖσθαι τὸν ἱερέα ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων, εἰ μὴ ἴσασιν αὐτοῖς πολὺ τὸ κέρδος ἐκ τούτου καὶ πολλὴν τὴν ὠφέλειαν.» 

Εἶτα σὺν τούτοις ὁ πάνσοφος αὖθις Νυσσαέων Γρηγόριος οὕτω φησίν, «οὐδὲν ἀλογίστως οὐδὲ ἀκερδῶς ὑπὸ τῶν τοῦ Χριστοῦ κηρύκων καὶ μαθητῶν παραδέδοται καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ πανταχοῦ ἐκκλησίᾳ διακεκράτηται, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐπωφελὲς καὶ θεάρεστον, τὸ μνήμην δηλονότι ποιεῖν ἐπὶ τῆς θείας καὶ παμφαοὺς μυσταγωγίας τῶν ἐν ὀρθῇ πίστει κεκοιμημμένων. Τὸ γὰρ εἰπεῖν ὅτι, σὺ ἀποδώσεις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ θερίσει πᾶς τις, ὃ ἔσπειρε, καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα, περὶ παρουσίας πάντως τοῦ κτίστου καὶ τῆς τότε φρίκης ἀποφάσεως εἴρηται καὶ τῆς τοῦ κόσμου τοῦδε συμπερατώσεως. Τότε γὰρ ὅλως βοήθειας οὐκ ἐστὶ καιρός, ἀλλὰ πᾶσα παράκλησις ἄπρακτος τῆς πανηγύρεως γὰρ διαλυθείσης, οὐκ ἐστὶ πραγματείας ἐμπόρευμα, ποῦ γὰρ οἱ πένητες τότε; ποῦ λειτουργίαι; ποῦ ψαλμωδίαι; ποῦ εὐποιίαι; Διὸ πρὸ τῆς ὥρας ἐκείνης, ἀλλήλοις ἐπικουρήσωμεν, καὶ τῷ φιλαδέλφῳ καὶ φιλανθρώπῳ καὶ φιλοψύχῳ Θεῷ, τὰ τῆς φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γὰρ εὖ μάλα καὶ τοῖς ἀσυμφθάστως καί, οἷον εἰπεῖν, ἀνετοίμως ἐκδημήσασι, τὰς ὑπὸ τῶν οἰκείων τούτοις προσφερομένας τῶν ὑστερημάτων ἀναπληρώσεις, καὶ εἰς ἔργον τούτοις καὶ πρᾶξιν λογίζεται. Θέλει γὰρ οὕτως ὁ φιλάνθρωπος Κύριος αἰτεῖσθαι, καὶ νέμειν τὰ τῶν ἰδίων κτισμάτων πρὸς σωτηρίαν αἰτούμενα, καὶ τότε μᾶλλον αὐτοῖς ὁλικῶς ἐπικάμπτεται, οὐχ ὅταν τις μόνον ὑπὲρ ἰδίας ψυχῆς ἀγωνίζεται, ἀλλ᾿ ὅταν καὶ ὑπὲρ τοῦ πέλας τοῦτο ἐργάζεται, ἐντεῦθεν γὰρ ἐπὶ τὸ θεομίμητον ἐκτυποῦται, καὶ τὰς ἑτέρων δωρεὰς ὡς οἰκείας ἐξαίτει χάριτας, καὶ τῆς τελείας ἀγάπης τὸν ὅρον ἐμπερικλείει, καὶ τὸν μακαρισμὸν ἐκ τούτου πορίζεται καὶ τὴν ἰδίαν σὺν τῇ τοῦ πέλας εὐεργετεῖ ψυχὴν ὅτι μάλιστα. Τί δὲ καὶ δυσαχθὲς τὸ πρᾶγμα νενόμισται; Μὴ ὅτι τὴν Φαλκονίλλαν ἡ πρωτομάρτυς οὐκ ἔσωσε μετὰ θάνατον; ἀλλ᾿ ἴσως ἐρεῖς ὅτι αὕτη κατ᾿ ἀξίαν ἐπεὶ πρωτομάρτυς καὶ ταύτης δέον εἰσακουσθῆναι τὴν δέησιν, ἐγὼ δὲ πρὸς τοῦτό φημι, καλῶς ἡ πρωτομάρτυς ἐκεῖ, σκόπει ὑπὲρ τίνος ἡ αἴτησις, ὅτι περ ὑπὲρ Ἑλληνίδος εἰδωλολάτριδος τε, καὶ πάμπαν ἀνιέρου καὶ ἀλλοτρίας Κυρίου ἐργάτιδος, ἐνταῦθα δὲ πιστὸς ὑπὲρ πιστοῦ πρὸς τὸν αὐτὸν Δεσπότην, θὲς τοίνυν καὶ ἐκ θατέρου εἰς θάτερον, ὡς ἂν τὸ πρᾶγμα ἐξισωθήσεται, καὶ τὸ διστάζον οὐκ ὑπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τῇ τοῦ Χριστοῦ συνεργείᾳ ὅτι περ γέγονε καὶ ἐν τῷ ᾅδη ἐξομολόγησις. Ταύτα δέ φαμεν, οὐχὶ τὴν προφητείαν ἀvαιροῦντες, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενοι τὸν ὑπεράγαθον Κύριoν ὑπὸ τῆς οἰκείας φιλανθρωπίας νικώμενον, ὥσπερ καὶ τό, τῇ Νινευΐ, καταστραφήσετε, καὶ αὕτη οὐ κατέστραπται, ἀλλὰ νενίκηκε τὴν κρίσιν ἡ ἀγαθότης. Καὶ ἐν τῷ Ἐζεκίᾳ, τάξαι, φησὶ περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνῄσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήση, καὶ αὐτὸς οὐκ ἀπέθανε. Καὶ ἐν τῷ Ἀχαάβ, ἐπάξω, φησί, κακά, καὶ οὐκ ἐπήγαγεν, ἀλλ᾿ εἶπεν, ἴδε πῶς κατενύγη Ἀχαάβ, διὸ οὐκ ἐπάξω ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ κακὰ ἀλλὰ καὶ πάλιν τὴν ἀπόφασιν ἡ ἀγαθότης ὑπερενίκησεν, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις πλείστοις κρίμασι, καὶ εἰς ἀεὶ νικήσει μέχρι τῆς ἐσχάτης ἀνταποδόσεως, ὅταν ἡ λῆξις τῆς πανηγύρεως ἥξει καὶ βοηθείας οὐκ ἔσται καιρός, ἀλλ᾿ ἄνθρωπος καὶ τὸ φορτίον αὐτοῦ νῦν δὲ καὶ καιρὸς πραγματείας, καιρὸς συναλλάγματος, καιρὸς κόπου, δρόμου καὶ μόχθου, καὶ μακάριος ὁ μὴ ὀκλάσας μήτε χαυνωθεὶς τῇ ἐλπίδι, μακαριώτερος δέ, ὁ καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ πλησίον ἀγωνισάμενος. Τοῦτο γὰρ μᾶλλον καὶ τέρπει, καὶ κατευφραίνει τὸν φιλοικτίρμονα Κύριον, τὸ σπεύδειν ἕκαστον εἰς τὴν τοῦ πέλας βοήθειαν, τοῦτο καὶ θέλει ὁ ἐλεήμων καὶ βούλεται, ἵνα ὑπ᾿ ἀλλήλων οἱ πάντες εὐεργετώμεθα, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, οὐ γὰρ ἂν ἡμῖν ἀφορμὴν ἐδεδώκει, τὸ μνήμην ἐπὶ τῆς ἀναιμάκτου θυσίας ποιεῖσθαι τῶν προλαβόντων καὶ πάλιν τρίτα καὶ ἔνατα καὶ τεσσαράκοντα καὶ τὰς ἐτησίους μνήμας καὶ τελετάς, ἅτινα πάσης ἀντιρρήσεως ἄνευ ἡ καθολικὴ αὐτοῦ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὁ ταύτης θεοσύλλεκτος καὶ πανευσεβὴς λαὸς ἀπαρασάλευτα κατέχει καὶ ἀδιάβλητα, εἰ μὴ τοῦτο εὐθὲς ἣν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ. Πάντως γὰρ εἰ χλεύη τὸ πρᾶγμα ἦν καὶ ἀκερδὲς καὶ ἀνόνητον, πολλῶν γεγονότων θεοφόρων ἁγίων πατριαρχῶν, πατέρων καὶ διδασκάλων, ἐνέσκηψεν ἂν τούτων ἑνὶ καταπαῦσαι τὴν πλάνην, ἀλλ᾿ οὐδεὶς τούτων ἀνατρέψαι τοῦτο πότε δεδοκίμακε, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ κεκύρωκε καὶ ὁσημέραι τὸ πρᾶγμα ἐπαύξεται καὶ προστίθεται, προσθήκην ἐπὶ προσθήκη δεχόμενον. Καὶ αὖθις ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Οὐκ εἴκῃ ταῦτα ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων. Ἴσασιν αὐτοῖς πολὺ κέρδος γινόμενον, πολλὴν τὴν ὠφέλειαν. Ὅταν γὰρ ἑστήκη λαὸς ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικόν, καὶ πρόκειται ἡ φρικτὴ θυσία, πῶς οὐ δυσωπήσωμεν ὑπὲρ τούτων τὸν Θεὸν παρακαλοῦντες; ἀλλὰ τοῦτο μὲν περὶ τῶν ἐν Πίστει παρελθόντων, οἱ δὲ κατηχούμενοι οὐδὲ ταύτης καταξιοῦνται τῆς παραμυθίας, ἀλλ᾿ ἀπεστέρηνται πάσης τῆς τοιαύτης βοηθείας, πλὴν μιᾶς τίνος, ποίας δὴ ταύτης; ἔνεστι πένησιν ὑπὲρ αὐτῶν (τῶν κατηχουμένων) διδόναι, ποιεῖν τίνα αὐτοῖς παραψυχὴν τὸ πρᾶγμα, καὶ γὰρ παρ᾿ ἀλλήλων ἡμᾶς ὠφελεῖσθαι βούλεται ὁ Θεός, διατί γὰρ ὑπὲρ εἰρήνης καὶ εὐσταθίας τοῦ κόσμου ἐκέλευσεν εὔχεσθαι; διατὶ περὶ πάντων ἀνθρώπων; καίτοι γε ἐνταῦθα ἐν πᾶσιν εἶσι καὶ λῃσταὶ καὶ τυμβωρύχοι καὶ κλέπται, καὶ μυρίων κακῶν γέμοντες, ἀλλ᾿ ὅμως ὑπὲρ πάντων εὐχόμεθα, ἴσως γὰρ ἔσται τὶς αὐτῶν ἐπιστροφή, ὥσπερ οὖν ὑπὲρ τῶν ζώντων εὐχόμεθα τῶν οὐδὲν διαλλαττόντων τῶν νεκρῶν, οὕτως ἔνεστι καὶ ὑπὲρ ἐκείνων εὔχεσθαι. Ὁ Ἰὼβ ὑπὲρ τῶν παίδων αὐτοῦ ἐποίει θυσίας, καὶ ἀπήλλαττεν αὐτοὺς τῶν ἁμαρτημάτων, μήποτε ἐνενόησαν, φησί, τὶ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν». (Χρυσόστομος Τόμ ΙΑ. Σελ. 217). Καὶ αὖθις, «Κλαίωμεν οὖν τούτους (τοὺς ἐν ἁμαρτίαις ἀποθανόντας), βοηθῶμεν αὐτοῖς κατὰ δύναμιν, ἐπινοήσωμεν αὐτοῖς τίνα βοήθειαν, μικρὰν μέν, βοηθεῖν δὲ ὅμως δυναμένην. Πῶς καὶ τίνι τρόπῳ; Αὐτοί τε εὐχόμενοι καὶ ἑτέρους παρακαλοῦντες εὐχὰς ὑπὲρ αὐτῶν ποιεῖσθαι, πένησιν ὑπὲρ αὐτῶν διδόντες συνεχῶς. Ἔχει τινὰ τὸ πρᾶγμα ὠφέλειαν» (αὐτόθι). Καὶ αὖθις, «Ἐστὶ γάρ ἐστιν, ἐὰν θέλωμεν, κούφην αὐτῷ γενέσθαι τὴν κόλασιν. Ἂν οὖν εὐχὰς ὑπὲρ αὐτοῦ ποιῶμεν συνεχεῖς, ἐὰν ἐλεημοσύνην διδῶμεν, κἂν ἐκεῖνος ἀνάξιος, ἡμᾶς ὁ Θεὸς δυσωπηθήσεται... Περίστησον χήρας... εἰπὲ τοὔνομα. Πᾶσας κέλευσον ὑπὲρ αὐτοῦ ποιεῖσθαι τὰς δεήσεις καὶ τὰς ἱκετηρίας... Οὐκ εἴκῃ προσφοραὶ γίνονται ὑπὲρ τῶν ἐπελθόντων, οὐκ εἴκῃ ἱκετηρίας, οὐκ εἴκῃ ἐλεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Καὶ ἐν ὁμιλίᾳ 41η. «Εἰ δὲ καὶ ἁμαρτωλὸς ἀπεῖλθε, καὶ διὰ τοῦτο δὲ χαίρειν, ὅτι ἐνεκόπη τὰ ἁμαρτήματα, καὶ οὐ προσέθηκε τῇ κακίᾳ, καὶ βοηθεῖν, ὡς οἷόν τε ἡ, οὐ δάκρυσιν, ἀλλ᾿ εὐχαῖς καὶ ἱκετηρίαις καὶ ἐλεημοσύναις καὶ προσφοραῖς. Οὐ γὰρ ἁπλῶς ταῦτα ἐπινενόηται, οὐδὲ εἴκῃ μνήμην ποιούμεθα τῶν ἀπελθόντων ἐπὶ τῶν θείων μυστηρίων, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πρόσιμεν, δεόμενοι τοῦ ἀμνοῦ τοῦ κειμένου, τοῦ λαβόντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἀλλ᾿ ἵνα τις αὐτοῖς ἐντεῦθεν γένηται παραμυθία. Οὐδὲ μάτην ὁ παρεστὼς τῷ θυσιαστηρίῳ τῶν φρικτῶν μυστηρίων τελουμένων βοᾷ ὑπὲρ πάντων τῶν ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων καὶ τῶν τὰς μνείας ὑπὲρ αὐτῶν ἐπιτελούντων. Εἰ γὰρ μὴ ὑπὲρ αὐτῶν αἱ μνεῖαι ἐγένοντο, οὐδ᾿ ἂν ταῦτα ἐλέχθη. Οὐ γάρ ἐστι σκηνὴ τὰ ἡμέτερα, μὴ γένοιτο! Πνεύματος γὰρ διατάξει ταῦτα γίνεται». «Βοηθῶμεν τοίνυν αὐτοῖς, καὶ μνείαν αὐτῶν ἐπιτελῶμεν. Εἰ γὰρ τοὺς παῖδας τοῦ Ἰὼβ ἐκάθαιρεν ἡ του Πατρὸς θυσία, τί ἀμφιβάλλεις, εἰ καὶ ἡμῶν ὑπὲρ τῶν ἀπελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αὐτοῖς παραμυθία; Εἴωθε γὰρ ὁ Θεὸς καὶ ἑτέροις ὑπὲρ ἑτέρων χαρίζεσθαι, καὶ τοῦτο ἐδείκνυ ὁ Παῦλος λέγων, «Ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ὑμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν». Μὴ δὴ ἀποκάμωμεν τοῖς ἀπελθοῦσι βοηθοῦντες, καὶ προσφέροντες ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἀξιοῦντες εὐχὰς ὑπὲρ αὐτῶν τελεῖσθαι. Καὶ γὰρ τὸ κοινὸν τῆς οἰκουμένης κεῖται καθάρσιον. Διὰ τοῦτο θαῤῥοῦντες ὑπὲρ τῆς Οἰκουμένης δεόμεθα τότε καὶ μετὰ Μαρτύρων αὐτοὺς καλοῦμεν, μετὰ Ὁμολογητῶν, μετὰ Ἱερέων. Καὶ γὰρ ἐν σῶμᾳ ἐσμεν πάντες, κἂν λαμπρότερα μέλη μελῶν, καὶ δυνατὸν πάντοθεν συγγνώμην αὐτοῖς συναγαγεῖν, ἀπὸ τῶν εὐχῶν, ἀπὸ τῶν ὑπὲρ αὐτῶν δώρων, ἀπὸ τῶν μετ᾿ αὐτῶν καλουμένων. Τὶ τοίνυν ἀλγεῖς, τὶ θρηνεῖς, ὁπότε τοιαύτην δυνατὸν συγγνώμην συναγαγεῖν τῷ ἀπελθόντι; Χρυσοστόμ. Τομ. Β´ ὁμιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν «τὰς ἐξερχομένας ψυχὰς ἕνας Ἄγγελος λαμβάνει ἢ πολλοί, καὶ ἂν ἐλεύθεροι ἀπέρχονται, καὶ ποῦ πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δὲ ὑπ᾿ Ἀγγέλων αὐλῶν ἡ ψυχή, ἄϋλος οὖσα κατὰ λόγων ὀρθὸν καὶ πρεπόντως, μᾶλλον δὲ κατὰ φύσιν, συγγενῶς δὲ πρὸς τὰ ἄϋλα καὶ οἰκείως οἱ Ἄγγελοι ἔχουσιν.» Αἱ ψυχαὶ δὲ πηγαίνουσιν, ὡς παρὰ τῶν Ἁγίων ἐμάθομεν, εἰς τόπους ἀξίους τῆς ζωῆς καὶ πολιτείας αὐτῶν, καὶ αἱ μὲν πορεύονται εἰς τὸν οὐρανόν, ὅσαι δηλαδὴ καὶ ζῶσαι τὸ πολίτευμα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἥγουν ἔζων ἐναρέτως, καὶ θεαρέστως, αἱ ὁποῖαι καὶ μετὰ τοῦ σώματος οὖσαι ἐφέρθησαν εἰς τοὺς Οὐρανούς, καθὼς ὁ Παῦλος ἀρπαχθεὶς ἐκεῖσε, εἰς τοὺς Οὐρανούς, διδάσκει μὲ τὸ νὰ ἐπεθύμει νὰ ἀναλυθῇ ἀπὸ τὴν ζωήν, διὰ νὰ εἶναι μαζὺ μὲ τὸν Χριστόν, καὶ διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ ῥητὸν τὸ λέγον «ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ αὐτοὶ ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ» τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος, ἄλλαι δὲ ψυχαὶ εἰς τὸν Παράδεισον εἶναι κατὰ τὸ ῥητὸν «σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσει ἐν τῷ παραδείσῳ» ὥστε πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἐκεῖ εἶναι καὶ ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν μετανοίᾳ ἀπέθανον καθὼς καὶ ἡ τοῦ εὐγνώμονος ἐκείνου λῃστοῦ ψυχή. 

Καὶ δικαίως τοῦτο ὅτι, ὅσοι ἐμιμήθησαν διόλου τὸν Χριστὸν εἰς τὴν ζωὴν των, πρέπει νὰ συνευρίσκωνται μὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὅστις εἰς τοὺς Οὐρανοὺς ἀνελήφθη, ὅσοι δὲ μετενόησαν καθὼς ὁ λῃστὴς καὶ εἶναι εἰς τὸν παράδεισον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἤνοιξεν. «Ἀναλόγως δέ, ἤγουν ἁρμοδίως, εἰς τὴν ζωὴν κάθε ψυχὴ δέχεται καὶ τὴν παρηγορίαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅλαι δὲ εἶναι ἀτελεῖς κατὰ τὴν ἀπόλαυσιν, ἕως ἔλθῃ ὁ Κύριος, καθὼς διδασκόμεθα, «ἵνα μὴ χωρὶς τελειωθῶσι, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, «καὶ οὗτοι πάντες τελειωθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν». Αἱ δὲ τῶν Ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν ἀπίστων ψυχαὶ ὁμοίως πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι εἰς τὸν ᾅδην εἶναι εἰς τόπους σκοτεινοὺς καὶ θλιβερούς, καθὼς καὶ αἱ τῶν ἁγίων ἐν τῷ Οὐρανῷ, καὶ κατ᾿ ἀναλογίαν τῶν ἁμαρτιώντων, καὶ τῆς ἀπιστίας τῶν ὑπὸ τῶν δαιμόνων ἐξουσιάζονται καὶ τυραννούμενοι καταθλίβονται, δὲν παρεδόθησαν ὅμως ἀκόμη εἰς τὴν τελείαν κόλασιν, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν ἡνώθησαν μὲ τὰ σώματά των, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ἐξήμαρτον, οὐδὲ ὁ Κύριος ἀκόμη ἦλθεν ἐξ οὐρανοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει κρίνει ὅλους, καὶ θέλει ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἀλλὰ μήτε κόλασις εἶναι προτέρα, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ἁμαρτωλαὶ ψυχαὶ ἐμβαλλόμεναι καὶ τιμωρούμεναι κατὰ τὸ μέτρον τῆς κακίας των θέλουν ἐλευθερωθῇ ποτε ἀπὸ τὴν τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Εἶδε καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Διάλογος λέγει, ὅτι αἱ ψυχαὶ εἰς τὴν φλόγα τιμωροῦνται, νοητῶς τοῦτο λέγει, καὶ ὅτι εἶναι ὡς δέσμιοι αἱ ψυχαὶ αἱ ἁμαρτωλαὶ εἰς κάποιον τόπον, ὡς καταδεδικασμέναι καὶ θλιβόμεναι, καὶ ὅτι μὲ τὸ πῦρ τῆς συνειδήσεως φλέγονται, καὶ ὅτι χάριν Θεοῦ δὲν ἔχουσι, καὶ ὅτι ὑπὸ δαιμόνων καταθλίβονται, καὶ ὑπὸ δαιμόνων ὀδύνωνται καὶ ταλαιπωροῦνται τιμωρούμεναι τῷ συνειδότει, καθὼς καὶ ὁ Χρυσοῤῥήμων λέγει ἐν τῇ Ἑρμηνείᾳ τῶν πράξεων, «καὶ τὸ μὴ παρακαλεῖσθαι καὶ ἀπεκδέχεσθαι τὴν τελευταίαν ἐκείνην κόλασιν», ὅλα ταῦτα ὡς νοητῶς λεγόμενα πρέπει νὰ τὰ ἐκλάβωμεν, ἐὰν λοιπὸν καὶ μερικοὶ ἡμάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον νὰ ἐξῆλθον μὲ μετάνοιαν ἀπὸ τὴν ζωήν, καὶ διὰ μέσου τῆς Ἱερωτάτης θυσίας, καὶ τῶν εὐεργεσιῶν καὶ ἐλεῶν καὶ λοιπῶν ἄλλων εἰμποροῦν νὰ ἐπιτύχουν ἐλευθερίαν καὶ προτοῦ νὰ ἔλθῃ ὁ κριτής. Τοῦτο καὶ ἡ Ἐκκλησία δεχομένη κάμνει τὰς προσευχὰς καὶ θυσίας διὰ τοὺς κεκοιμημένους, καὶ πολλοὶ τοῦτο μαρτυροῦσι καὶ μάλιστα οἱ λυόμενοι καὶ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὸν δεσμὸν τῆς τιμωρίας τοῦ ἀφορισμοῦ, ὡσὰν ὅπου βλέπομεν διὰ τῶν δεήσεων λύονται τὰ σώματά των. «Ὅθεν διὰ τοῦτο τὴν μὲν φλόγα τοῦ πλουσίου ἐκείνου τοῦ Εὐαγγελίου ἂς τὴν ἐννοήσωμεν διὰ τὴν τιμωρίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν στέρησιν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ ὅτι ἔβλεπεν ἀπὸ μακρὰν τὸν Ἀβραὰμ τὸν μακρυσμόν του ἀπὸ τὸν Θεόν, σημαίνει καὶ τὴν τιμωρίαν καὶ θλῖψιν, ὅπου πάσχει ἀπὸ τοὺς δαίμονας, δὲν παρεδόθη ὅμως ἀκόμη εἰς τὴν τελείαν κόλασιν. Ἐπειδὴ εἶπεν ὁ Κύριος ὅτι εἶναι ἐν τῇ γεένῃ ὁ πλούσιος, πρέπει καὶ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι εἶναι καὶ εἰς τὴν κόλασιν, καὶ ὅτι εἶναι εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁμαρτωλῶν κόλασις αἰώνιος καὶ ἀῤῥαβὼν τῆς μελλούσης κολάσεως, πλὴν ἀπὸ ὅσον ἐμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν ἀπὸ τὰς γραφὰς μὲ τὸ νὰ μὴ εἶναι ἀκόμη ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονας ὑποκάτω ἀπὸ τὰ δεσμά, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἡτοιμασμένον εἰς αὐτούς, ἀλλ᾿ ἀκόμη ἐνεργοῦσι τὴν κακίαν των εἰς τὸν κόσμον, καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν ἔγεινεν ἀκόμη τελεία ἀπόφασις, τὸ «πορεύεσθαι ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον». «Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν ἁμαρτωλῶν δὲν παραδίδονται τώρα εἰς τὴν τελείαν κόλασιν, καὶ θέλει εἶναι ὄχι ὅμως εἰς τὴν τελείαν, καὶ μήτε δι᾿ αὐτὴν τὴν κατὰ μέρος κόλασιν θέλει ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν τελείαν, καθὼς οἱ Λατῖνοι διὰ τὸ πουργατόριον φρονοῦσι, καὶ δῆλον τοῦτο ἀπὸ τὸ ἀκόλουθον. Λέγων ὁ Ἀβραὰμ ὅτι εἶναι χάσμα μέγα ἀνάμεσον τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν δικαίων, τὸ ἀδύνατον παρασταίνει τῆς ἑνώσεως, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστρέψει πλέον εἰς τοὺς ζῶντας, καὶ σωθῇ διὰ τῆς μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ ἐν τῷ ᾅδῃ μετάνοια δὲν σῴζει, ἀλλά, καθὼς δοξάζομεν ὅτι ἀκόμη δὲν εὑρίσκουσι τελείαν δοκιμὴν κολάσεως, ἕως οὐ φθάσῃ εἰς καθένα τὸ τέλος καὶ ἔλθῃ πάλιν ὁ Κύριος, θέλει δὲ εἶναι ὑπὸ δεσμὸν καὶ ὀδύνην τὸ ἄϋλον πνεῦμα εἰς τὴν γέεναν κατὰ λόγον πρέποντα, καὶ τὸ μανθάνομεν ἀπὸ τὰς ἁγίας γραφάς, πλὴν καὶ ἐξ ὅσων συμβαίνουν ἐδῶ εἰς ἡμᾶς, δύναται ἕκαστος νὰ γνωρίσῃ καὶ στοχασθῇ διὰ τὰ μέλλοντα. 


λβ´. Μαρτυρίαι ἐκ τῶν θείων λειτουργιῶν
Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Λειτουργίᾳ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου φέρεται ἡ ἑξῆς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων εὐχή. «Καὶ τούτων (ὑπὲρ ὧν προσεκόμισε καὶ ἐδεήθη) καὶ πάντων τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν ἁγίων Σου σκηναῖς, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου, χαριζόμενος αὐτοῖς καὶ τὰς ἐπαγγελίας Σου, ἀνεκλάλητα ἀγαθά, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασας, ὁ Θεός, τοῖς ἀγαπῶσι τὸ ὄνομα Σου τὸ ἅγιον. Αὐτὸς μὲν οὖν τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Κύριε, καὶ βασιλείας Οὐρανῶν ἀξίωσον,» καὶ ἐν ἑτέρῳ, «καὶ ἐν τῇ σήμερον τὴν ὑπόμνησιν ποιούμεθα.» Ἐν δὲ τῇ Ἁγίᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἐν τῷ δευτέρῳ διπτύχῳ μετὰ τὴν ἀνάμνησιν τῶν Ἀποστόλων, Προφητῶν, καὶ λοιπῶν Ἁγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκὸς ὧν ἐμνήσθημεν καὶ ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν Ὀρθοδόξων, ἐκεῖ αὐτοὺς ἀνάπαυσον, ἐν χώρᾳ ζώντων ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου, ἐν τῇ τρυφῇ τοῦ Παραδείσου, ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη καὶ στεναγμός, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου καὶ καταλάμπει διὰ πάντως... Δὸς γενέσθαι τὴν προσφορὰν ἡμῶν εὐπρόσδεκτον, ἡγιασμένην ἐν πνεύματι ἁγίῳ, εἰς ἐξιλασμὸν τῶν ἡμετέρων πλημμελημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων, καὶ εἰς ἀνάπαυσιν τῶν προκεκοιμημένων ψυχῶν». Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Κλήμεντος (Μαθητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου) Πάπα Ῥώμης ἀναγινώσκομεν. «Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, καὶ ὑπὲρ τῆς ἁγίας Σου Ἐκκλησίας τῆς ἀπὸ περάτων ἕως περάτων... ἔτι προσφέρομεν Σοι καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰώνως Σοι εὐαρεστησάντων Ἁγίων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Δικαίων, Ἀποστόλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Ὑποδιακόνων, Ἀναγνωστῶν, Ψαλτῶν, Παρθένων, λαϊκῶν, καὶ πάντων, ὧν αὐτὸς ἐπίστασαι τὰ ὀνόματα.», (ὁ δὲ Διάκονος παρακελεύεται τὸν λαόν, ὅπως συνδεηθῇ «ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων»). Ἐπίσης καὶ ἐν ταῖς θείαις λειτουργίαις τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μνεία γίνεται τῶν κεκοιμημένων, «τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, καὶ ἀνάπαυσον αὐτοὺς ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου». (Ἐνταῦθα ὁ Ἱερεὺς μνημονεύει ζώντων καὶ τεθνεώτων, ὧν θέλει, καὶ ὑπὲρ ὧν παράκλησιν ἔλαβεν, ὑπὲρ δὲ τῶν τεθνεώτων λέγει). Ὑπὲρ ἀναπαύσεως καὶ ἀφέσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου Σου (δεῖνος) ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἔνθα ἀπέδρα λύπη, καὶ στεναγμός, ἀνάπαυσον αὐτὸν ὁ Θεὸς ἡμῶν». 











ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΛΙΤΩΝ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, Με έκπληξη σας ακούσαμε να λέτε στην ανταπάντησή...